Μιαν άλλη Ιουλιέττα

Λευκά και μαύρα πανιά, μια Ιουλιέττα καπετάνιος, το ταξίδι του Ταξιδιώτη της Αυγής, ο δρόμος για την άκρη του κόσμου...

My Photo
Όνομα: Αταλάντη Αντωνίου
Τοποθεσία: Derby, Derbyshire, UK

Και τι είν' το εγώ; Γυάλινο άγαλμα! Λίγα κοχύλια που μάζεψα είμ' εγώ, οι άνθρωποι που αγάπησα, ο καιρός που πέρασε, το κρεβάτι που πλάγιασα... Είμαι το ταξίδι μιας ζωής - κι αλλάζει η ρότα μου απ' τον άνεμο. Είμαι όλοι εσείς που παρελαύνετε στα όνειρά μου...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2007

Do.Po.Wri.Mo. 21 Ιουνίου - 21 Ιουλίου 2007 : Ποιήματα 16-20 Ιουλίου [και ό,τι έχω γράψει από τότε ως τώρα]

[Ημέρα 26η]

Ένα απ’ τα λευκά λουλούδια
[ή νήματα]

Το λένε φούλια
τ’ ανάμεσο του γιασεμιού και τ’ αγιοκλήματος.

Το λένε φούλια·
είναι καιρός για ονόματα λουλουδιών τώρα,
να, τώρα που φυσάει κι αυτό το γλυκό αεράκι,
τώρα που μας κάνουν για ερωτευμένους σ’ ανθισμένες βεράντες –
όλες οι βεράντες είν’ η βεράντα στη Βερόνα –
κι είμαστε,
είμαστε,
σιωπή,
σιωπή,
τώρα σιωπή, Σειρήνες.

~

Στο φως

Κοιμήθηκα στ’ ανάμεσο του γιασεμιού και τ’ αγιοκλήματος
κι ήτανε και μια κόρη εκεί στο προσκεφάλι μου,
ωραία κι αγνή,
κι αμίλητη
σαν τις ασημοπρόσωπες τις διαλεχτές του Κλήδονα.

Νότες των αρωμάτων έντυναν κάθε καινούρια ανάσα μου,
κι η μαγεμένη κόρη έπλεκε πλεξούδα τα μαλλιά μου
με τ’ αστραφτερά δικά της.

Έμεινα εκεί,
μια μ’ ανοικτά μια με κλειστά τα μάτια να κοιτώ,
να προσπαθώ να ξεχωρίσω μυρωδιές
και χρώματα λουσμένα ασήμι σεληνιακό,
να προσπαθώ ν’ ακούσω τους αργούς και σιγανούς παλμούς της.

Κι ύστερα πήρε ο χρυσός να κρύβει τ’ ασημοστολίσματα
και ξύπνησα –
στην αγκαλιά του ξύπνησα,
πλεγμένα με τις ηλιαχτίδες τ’ ακατάστατα μαλλιά μου.

Ξύπνησα.
Όπου ‘χει ασήμι τ’ όνειρο που με συντρόφευσε τη νύχτα αυτή,
έχει χρυσό η αλήθεια μου.

[Ο ουρανός πού ‘χει φανερωθεί στα μάτια τα δικά μου
είν’ την ευγνωμοσύνη π’ αγαπά.]


[Ημέρα 27η και 28η]

Λίστα για το καλοκαίρι

i. Να κάνω τσουλήθρα στις ρίγες απ’ τα μπλουζάκια σου
όσο δε θα τα φοράς
και να βουτήξω στη θάλασσα.

ii. Να πάρουμε την απόχη
και να μην πιάσουμε πεταλούδες –
να τις κοιτάμε μόνο.

iii. Να μάθουμε τα τραγούδια
που σφυρίζει ο αέρας στους βράχους
για να τα τραγουδάμε το χειμώνα.

iv. Να χτίσουμε μια μικρογραφία αίσιου τέλους
στην άμμο.

v. Να μετράμε τα σινιάλα του φάρου
και να ονομάζουμε αδέσποτες γάτες και σκύλους
με ονόματα που δεν θα σκεφτόταν κανείς άλλος.

vi. Να στριφογυρνάμε στα λινά σεντόνια
κι αυτά να τρίζουν.

~

Φαντασιώσεις
[μερικές ακόμα]

Ι.

Αποζητώ
εκείνες τις στιγμές
που η εκπλήρωση του να
είμαι
ένα τυφλό ζωάκι
που ξεδιψά στις χούφτες σου
δεν περικλείει
ίχνος φόβου.

ΙΙ.

Μου γνέφεις·
χαμηλώνω.

Τώρα είμαι ένα ανοιχτό λουλούδι,
ένα άλικο στόμα
ανθισμένο γύρω απ’ το μεγαλείο σου.

ΙΙΙ.

Στέκομαι πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα.

Οι αναλαμπές απ’ τις φλόγες σου
ντύνουν σημασία
το κορμί που αναλώνεται σ’ αυτές –
γίνονται ο μανδύας που ποτέ δεν είχε –
και βάφουν χρυσό το πρόσωπό μου
μεσ’ απ’ τη χαραμάδα.

Συγχέω αυτή τη χαραμάδα
με τη χαραμάδα που κοιτάζει στο φως
πέρα απ’ τις πύλες του Παραδείσου.

(Δεν τα κατάφερα να φτάσω τις 30 μέρες. Τελείωσα το Do.Po.Wri.Mo. με τέσσερα λιγότερα ποιήματα. Ελπίζω να με συγχωρείτε. Εγώ με συγχώρεσα, και... μου έδωσα άδεια. Δεν θα κάνω σύντομα άλλον μαραθώνιο παραγωγικότητας, δεν νομίζω πως έγκειται εκεί πια κανένα πρόβλημα. Θα εστιάσω αλλού - ή και απλώς πουθενά.)



[Ιούλιος]

Regeneration

Είν’ οι φορές
που με κάνεις αθάνατη,
κι είναι κι οι άλλες φορές,
αυτές που είμαι αθάνατη
για να μου τρυπάς τα πλευρά
με παγερές τρίαινες,
για να μου τρυπάς την κοιλιά
με σκληρά δάκτυλα,
για να με ματώνεις
και ν’ ανασταίνομαι,
και να νοιώθω πως εσύ, εσύ μ’ ανέστησες,
και πάλι απ’ την αρχή.

~

Κόκκινη πανσέληνος

Εμένα το φεγγάρι μού ξεγλιστρά,
με δένει με σχοινιά και με τραβά όπου δείχνει το αίμα.

Ήθελα τα δικά σου δάκτυλα να μου το κατεβάσουν,
να το μερέψουν,
να μη μ’ ορίζει πια –
μόνο ‘σύ να μ’ ορίζεις –
κι έπειτα να το κλείσω μες στο στόμα
και να φυσήξω δυνατά πυγολαμπίδες,
να σκορπίσει πέρα η νύχτα.

Ήθελα και δεν έβρισκα –
κι αντί για σένα μ’ απαντούσαν ψεύτικες φωνές
και με παραπλανούσαν.

Κι ύστερα σ’ έψαξα στον ύπνο που ήρθε δύσκολα
και δε σε βρήκα,
και πήγα να σ’ αναζητήσω στα έγκατα της γης,
στα νήματα των αργαλειών
και στα φταιξίματά μου.


[Αύγουστος]

Black Hawk Down

Καθ’ ένας
με μερικές τρεμάμενες λέξεις
φορτωμένες στις τελευταίες ανάσες του.

Αν κάποιος τις ανακάτευε και τραβούσε κάποιες σαν κλήρο
από ένα πεσμένο κράνος
για να τις φυσήξει σε κάποια απ’ τα χείλη που ξεμακραίνουν
δεν θα πήγαιναν χαμένες –
μοιάζουν όλες,
ίδιες όλες,
όλες τρεμάμενες,
όλες οι τελευταίες
αγκαλιάζουν το οικείο.

Μόνο τα παιδιά,
μόνο τ’ ασυλλόγιστα παιδιά σκοτώνουν
κι όλοι είναι παιδιά σαν σβήνει το φως.

(Για την ομώνυμη ταινία.)


~

Εικασίες

Νομίζω
πως μια στις τόσες πεταλούδες
παίρνει αυτό που λαχταρά –
χωρίς κρυφές παγίδες,
χωρίς αιφνίδια τέλη παραδομένα στις φλόγες.

Νομίζω πως
κάπου εκεί, στο κέντρο του φωτός,
υπάρχει ένα επιεικές σημείο,
ένας ήσυχος, ήσυχος ύπνος...
ένα μάτι σαν αυτό του κυκλώνα,
ένα μάτι χρυσό μ’ έναν απόηχο του πράσινου,
ένα ακίνητο μεσημέρι μερωμένο απ’ τα φύλλα των δέντρων.

Νομίζω πως ίσως,
ίσως να χωρά εκεί η σκιά μου.

~

The Donnadio

Τίποτα δεν αγάπησα περισσότερο απ’ το λαμπερό πάτημα του μετέωρου ποδιού του μαθητή
στο επόμενο σκαλί προς τον όποιον ήλιο,
απ’την ώρα που η προοπτική της επίτευξής του ξεπροβάλλει σπιθίζοντας
ανάμεσα σε δάκτυλα που αγγίζονται αληθινά –
ερωτευμένα, θαρρώ –
κάπου μέσα στις σπείρες του κόσμου.

Τίποτα δεν αγάπησα περισσότερο απ’ τους ανθρώπους.

(Για τον Νίκο Σπανό, τη διαδικασία της μάθησης, και κάθε χαρισματικό δάσκαλο.)


~

Εκπλήρωση

To μελάνι μου
μπορεί όλο κι όλο δρόμο ν’ ανοίγει
για να περάσει το φως.

~

Περί ετεροπροσδιορισμού

Ζώντας ανάμεσα σε πουλιά
πρωτοθέλησα να πετάξω.


[Σεπτέμβριος]

Το τέλος του τέλους του κόσμου

Έχω την αίσθηση πως δεν μπορώ πια να φέρω το τέλος του κόσμου
με μια σύσπαση του προσώπου –
ούτε καν για μένα –
πως δεν τελειώνει πια έτσι εύκολα ο κόσμος,
πως καταφέρνει και συνεχίζει,
πάντα συνεχίζει,
ακόμα κι αν είναι μόνο μέσα στην ιδρωμένη παλάμη μου,
στους δείχτες απ’ τ’ ανύπαρκτο ρολόι μου που το λένε Τοκκάτα
και στις φαινομενικά αυτάρκεις εκρήξεις μου που μ’ αφήνουν μακάρια άδεια
κάτω από σεντόνια ή παπλώματα,
ανεξαρτήτως καιρού.

Δεν μπορώ πια να σημάνω τις καμπάνες,
να κάνω μαύρο σαν την άβυσσο τον ουρανό
και να τον σκίζω με φλόγες –
τέτοιον τρόμο δεν [θέλω να] προστάζω πια.

~

Εκμυστήρευση

Πάμε σε μιαν άκρη,
πάμε σε μιαν ήσυχη άκρη χωρίς πολλά-πολλά χρώματα δικά της,
θέλω να σου μιλήσω κάπου που τα μάτια σου να μην κοιτούν εδώ κι εκεί,
κάπου που να μην έχει τίποτα να σ’ αποσπάσει –
να μ’ ακούσεις καλά θέλω
και να μ’ ακούσεις φοβάμαι...

Έχω δρόμο μπροστά μου για τη γιατρειά.

Στο μυαλό μου κυλούν κορίτσια που δεν υπήρξαν ποτέ,
κορίτσια με χρυσά χαμόγελα και λευκά δόντια,
με γάργαρα μαλλιά και πεταλούδες,
μ’ ελαφρυές ανάσες και με μαγικά ραβδιά.

Στον ύπνο μου έρχονται και κυμματίζουν,
έρχονται κι είναι γέλια μεγάλα κι ανοιχτά,
είναι τα κορίτσια των βιβλίων,
τα κορίτσια με τα λουλούδια στα μάτια,
με τα ροζ κοκκαλάκια·
τα κορίτσια που κοιμούνται στους κοιτώνες
και ξενυχτούν μ’ ανώδυνα φιλιά που μόνο σα φαντασίες τους υγραίνουν τα χείλη,
τα κορίτσια με τα λυγερά σώματα
που δεν τ’ αγγίζει κανείς.

Κάθονται πάνω στο στέρνο μου
και φλυαρούν·
οι φωνές τους θροΐζουν στο πάτωμα,
τα νυχτικά τους,
φύλλα θροΐζουν στο δέντρο με το ξύλινο σπιτάκι
που τους έχουν χτίσει βασιλιάδες για να παίρνουν τσάι
κεντώντας γέλια, γέλια...

Έρχονται τα γλυκά κορίτσια που δεν αγαπούν,
και χορεύουν στην κοιλιά μου,
έρχονται τα κορίτσια που δεν αγαπούν
κι η απαλή σάρκα των ποδιών τους
μου σχίζει με γέλια και λάμψεις τα σωθικά.

~