Μιαν άλλη Ιουλιέττα

Λευκά και μαύρα πανιά, μια Ιουλιέττα καπετάνιος, το ταξίδι του Ταξιδιώτη της Αυγής, ο δρόμος για την άκρη του κόσμου...

My Photo
Όνομα: Αταλάντη Αντωνίου
Τοποθεσία: Derby, Derbyshire, UK

Και τι είν' το εγώ; Γυάλινο άγαλμα! Λίγα κοχύλια που μάζεψα είμ' εγώ, οι άνθρωποι που αγάπησα, ο καιρός που πέρασε, το κρεβάτι που πλάγιασα... Είμαι το ταξίδι μιας ζωής - κι αλλάζει η ρότα μου απ' τον άνεμο. Είμαι όλοι εσείς που παρελαύνετε στα όνειρά μου...

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 30, 2009

Long time no see.

Πεζογραφία

Μεγαλώσαμε.
Αντί να ξερνάμε τα πάθη μας στο πρώτο πρόσωπο
τα κρύβουμε προσεκτικά πίσω από καλογραμμένες ιστορίες,
σκαρώνουμε ανθρώπους που δεν υπάρχουν
ή απλά δεν κάνουμε τίποτε.

Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν,
ήταν ένα μικρό παιδάκι –
είτε αγόρι είτε κορίτσι, δεν έχει σημασία –
που ήθελε να μεγαλώσει,
έπειτα να ξαναγίνει μικρό,
και πιο μετά

κανείς δεν ξέρει

[Φθινόπωρο 2008]

~

Χριστιάνα

Ήσουν
μόνο μαλακό δέρμα,
λευκό,
γάργαρα σύννεφα μαλλιά με κορνίζα τον ήλιο,
χείλη σαν αφίλητα, πρησμένα απ’ τη γαλήνη του ύπνου
και μάγουλα ροδαλά
σα να μη γνώριζαν τον κόσμο.

Ό,τι δεν ήσουν τ’ απαρνήθηκα
μα η εικόνα αυτή
μέχρι να λειώσει
μέχρι να λειώσω
θα με στοιχειώνει.

[Φθινόπωρο 2008]

~

Palestrina (and the trombones)

I stand here

fascinated by things
that reflect the light
and sound like gold
or golden brown

and by voices
put together with the utmost care
for beauty
or love, or truth, or madness, or faith,
or something like it
in a moment or a series of moments
that cannot be contained –

all these moments are alike.

Hand in hand,
already gone,
distant, out of reach,
or even false,
intoxicated,
like wishes in front of mirrors
that show you only what you wish to see.

[Δεκέμβριος 2008]

~

Ρεπερτόριο

Τώρα που ακόμα και το μέσα
χρυσίζει
μες στο σκοτάδι
καστανόχρυσο, της φύσης,
δεν έχω να πω πολλά –

ποιος θέλει ν’ ακούσει για μαλακές γάτες
και σαπουνόφουσκες
και φωνές που προσπαθούν ν’ ακουστούν
αρκετά δυνατά
αρκετά όμορφα
χωρίς να καταπιούν την αλήθεια τους,
τον πολύτιμο ναρκισσισμό τους –
μιας και δεν είναι σαν τις άλλες...

Κανείς.

Θέλουν ν’ ακούσουν για όλα τ’ άλλα,
τα νανουρίσματα πάνω από κουφάρια ερώτων,
τους φόβους κάτω από κρεββάτια, πάνω από φτερά,
πάνω από μεγάλα μάτια και μπαλόνια,
τους φόβους.

Για χριστουγεννιάτικα δέντρα που λάμπουν –
αλλά μόνο από θυμό και φωτιά –
για συμπλέγματα που έχουν απομείνει μπλεγμένα κάπου
κάπου στις μνήμες από τ’ ανύπαρκτα μαλλιά των κρίνων,
κάπου στο Κύριε και στο Ελέησον,
στις κραυγές που κάθε φορά στολίζουν το θρίαμβο
όλων όσων κατάφεραν να με σύρουν στο πάτωμα
και να μ’ αρέσει.

Ε, λοιπόν, όχι.

[12.12.2008]

~

L' Incoronazione di Poppea

To κόκκινο φουστάνι τελικά υπήρχε από πάντα,
ακόμα και πριν εφευρεθούν τα φουστάνια.

[8.1.2009]

~

E.M.O.S.

Ο βιολιστής που δε μιλά ποτέ
και χαμογελά μονάχα με τα μάτια
γνέθει χρυσάφι

και πάνω στη χρυσή κλωστή
τα δάκτυλά σου
κρεμούν όλα τα χρώματα
του κόσμου.

[13.1.2009]

~

Φωτιά κι αέρας

Βουτάω τα χέρια και το κεφάλι βαθειά στο χιόνι –
ψάχνω εκεί
να βρω τ’ είν’ αυτό που φουσκώνει μέσα μου,
το γράμμα που βγαίνει σελίδα-σελίδα απ’ το στόμα μου
το χωρίς παραλήπτη,
τ’ είν’ αυτές οι λεξεις
οι χωρίς εσύ

και με βλέπω
κάτω εκεί
στον χρυσό καθρέφτη

δεν έχω λιοντάρια στην κοιλιά
μα φουσκώνω σαν αερόστατο
ταϊσμένο φωτιά κι αέρα,
όλο φουσκώνω κι όλο ψηλώνω
και ποιος θα με κατεβάσει,
ποιος θα με κατεβάσει,
ποιος θα με δει εκεί πάνω,
ποιος θα με δει
ποιος θα με δει εκεί πάνω σήμερα –

σήμερα δεν έχει πολλή κίνηση στον ουρανό.

[17.1.2009]

~

Στιγμιότυπο στο πανεπιστήμιο του Λέυντεν

Ανάμεσα στους ανθρώπους,
στη γωνιά με τα τέσσερα λουλούδια
σε κάθε τραπέζι
και τα χρώματα στους τοίχους,
κλείνω τα μάτια και βλέπω την έρημο.

[22.1.2009]

~

Ανεπικοινωνία

Είναι σαν ν’ ανοιγοκλείνω το στόμα
και να βγαίνουν απ’ τα χείλη μου βουβά λουλούδια.

Μέσα σε μια στιγμή
το απόσταγμα σκέψεων, αισθήσεων,
συναισθημάτων,
εικόνων, ήχων, φόβων,
στάσεων λεωφορείων,
ξενυχτιών, σκαλιών πολυκατοικιών,
συζητήσεων, αναμνήσεων,
ευρημάτων, παθημάτων
και λίγης ξεραμένης λεβάντας
που έχει ξεμείνει απ’ το καλοκαίρι σε μια απ’ τις τσέπες της τσάντας μου
δεν έχει φωνή,
δεν έχει σημα
σία,
χορεύει μπροστά σου σα γυμνή σαπουνόφουσκα,
λαμπυρίζει και χάνεται
κάπου κοντά στο τέλος του μποτιλιαρισμένου δρόμου του φεγγαριού
ή μιας απ’ τις γλιστερές άκρες ενός ουράνιου τόξου.

[Φεβρουάριος 2009]

~

Λεξιπαίγνιο
[πατάτα, Μολδαβία, σασμάν, επιχορήγηση, ομότιμος]

Όχι, δεν έχω τις απαντήσεις που ζητήσατε.
Απλώς κατηφορίζω το δρόμο κρατώντας μια αγκαλιά σασμάν
για να τα δώσω στον πρώτο τυχόντα.
Μου είπαν πως αν μ’ αρέσουν τα σασμάν
και χαμογελώ συχνά
θα είναι πιο εύκολο να πάρω την επιχορήγηση –
τρία χρόνια με τυραννάνε γι αυτήν την επιχορήγηση –
για να στήσω επιχείρηση στη Μολδαβία.
Όχι, δεν έχω δει τη Μολδαβία
αλλά είναι η χώρα της πατάτας, ξέρετε, βέβαια,
βέβαια, τόνοι πατάτας –
κι εγώ πατάτες καλλιεργώ αλλά εδώ δε βρίσκω προκοπή,
δε βρίσκω,
ποιος βρίσκει προκοπή εδώ εξ άλλου,
έγιναν οι πατάτες ομότιμες του έρωτα.

[9.3.2009]

~

Die Zukunfterinnerung

Ι.

Εκεί που τελειώνει ο χωματόδρομος
στη δεξιά στροφή που οδηγεί στο πλατύ μονοπάτι δίπλα στο κανάλι
με συνάντησα να κοιμάμαι.

Είχα για μαξιλάρι τις αναμνήσεις ενός γέρου ανθρώπου,
μιας ζωής που γυρνούσε γύρω-γύρω
από ένα καλοκαίρι
και κάθε φορά που έκανε να φύγει πραγματικά
μακρυά,
η έλλειψη σχοινιού που να τη δένει
απ’ το λαιμό
για να μην ξεστρατίσει
την έπνιγε

κι όλο γυρνούσε γύρω-γύρω
από εκεί,
κι όλο γυρνούσε
εκεί.

ΙΙ.

Πετώ πετραδάκια στο κεφάλι μου που κοιμάται
στην άκρη του δρόμου
και μπλέκονται στα μαλλιά μου που έχουν μακρύνει
τόσο πολύ
που περνούν συνέχεια από πάνω τους τα ποδήλατα.

Mοιάζω νά ‘χω χάσει κάτι
και να ονειρεύομαι για να το βρω –

ΙΙΙ.

κι όταν το βρω,
λέει,
θα ξυπνήσω.

[16.3.2009]

~

Αγνωστικισμός

Αν οι υποθέσεις μας πως μες στη ντουλάπα υπάρχει
ένας μεγάλος γαλάζιος μανδύας ικανός να τυλίξει
ολόκληρο τον κόσμο
κι ένα πιατάκι με γάλα για τις περαστικές γάτες
είναι σωστές,
τίποτε δε μας σταματάει στο δρόμο προς τον ουρανό.

Σε περίπτωση όμως που είναι λάθος,
είναι πολύ πιθανόν οι γυριστές σκάλες, οι ανεμόσκαλες, οι κόκκινες σκεπές
κι οι πιο ψηλοί πύργοι των πιο ψηλών κάστρων
να γκρεμίζονται
χωρίς καμμιά προειδοποίηση
ή σκοπό –
το μόνο ίσως παρήγορο είναι πως θα υπάρχει πάντα μια αιτία.

[7.4.2009]

~

Pax vobis, ego sum; nolite timere.

Όταν χτυπάει η πόρτα
μέσα στη νύχτα δίχως τέλος
στο μισογκρεμισμένο σπίτι
στις παρυφές της μισογκρεμισμένης πόλης

– ποιος είναι; –

το «εγώ» δεν είναι αρκετό.

Όταν κι ένα κερί ακόμα
φαντάζει ιδέα αλλόκοτη,
μόνο το «εγώ είμαι, μη φοβάσαι»,
μπορεί ν’ αρχίσει να χαράσσει το σκοτάδι.

[9.4.2009]

~

Εικόνες των ημερών

Κάπου ανάμεσα στα χάλκινα όνειρα ξεχωρίζει μια αναποδογυρισμένη χελώνα.
Κάνω να τη γυρίσω στα πόδια της μα μου γνέφει να μην το κάνω,
είναι καλύτερα έτσι.
Κάπου ανάμεσα στα καφετιά κλαδιά μια πλάτη πεθαίνει και λίγο πιο μπροστά ένα
στόμα ελευθερώνει πεταλούδες
που αναρωτιούνται τι να κάνουν την ελευθερία τους
και πνίγονται μια-μια σ’ αυτήν, σαν άνθρωποι.

Κάπου ανάμεσα στα λεπτά,
σε κάτι αλλοπρόσαλλες, ασύμμετρες υποδιαιρέσεις τους,
είναι κάτι φούσκες από σαπούνι
ή σάλιο,
αλλά η αγάπη είναι δυνατότερη απ’ τις φούσκες
και το αγόρι που ο πατέρας του εφηύρε το αεικίνητο
κάνει κούνια για πάντα πάνω απ’ το κανάλι
και θέλει, για πάντα, να γίνει ο Μπάτμαν όταν μεγαλώσει.

[13.5.2009]

~

αναμνηστικός, -ή, -ό
[λεξιπαίγνιο: αναμνηστικός, στοιχείο, χαρτονόμισμα, ομπρέλλα, καπέλο]

Δε μιλάω τελευταία.
Φτιάχνω μια τέχνη από πολύχρωμα παντελόνια
εμπνευσμένη από αγάλματα ανθρώπων πού ‘χουν για κεφάλια ομπρέλλες
και χρώμα πράσινοκαφέ,
ανάμνηση χαρτονομίσματος,
στα δάκτυλα –
κι όχι μόνο σ’ αυτά.

Δε μιλάω τελευταία.
Κοιμάμαι τυλιγμένη μέσα σε κληματόφυλλα,
κάτω από πιάτα.
Ταιριάζω ανθρώπους στα τέσσερα – ή μήπως ήταν πέντε; – στοιχεία της φύσης,
τραβάω γραμμούλες,
απ’ τη μια τα πρόσωπα, απ’ την άλλη τα στοιχεία,
πάντα με στυλό
ενώ μ’ αρέσουν μόνο τα μολύβια
κι οι πέννες.

Δε μιλάω τελευταία.
Μερικές μέρες φοράω παράξενα καπέλα·
άλλες πάλι κρύβομαι κάτω απ’ αυτά,
κάτω από τούλια και πελώρια υφασμάτινα τριαντάφυλλα,
κάτω από το χαλί μαζί με τη σκόνη,
κάτω από το νερό,
ίσως και κάτω από αναμνηστικά καψίματα σε λευκό δέρμα.

[22.6.2009]

~

LH 3392

Κι αν έπρεπε να μείνω εδώ για πάντα,
στην κοιλιά ενός γιγάντιου σιδερένιου πουλιού
καβάλα στον άνεμο,
στην αρχή θα φώναζα, θα φώναζα –
γιατί, και όχι, και έλα –
κι ύστερα οι ώρες θα περνούσαν
και σιγά-σιγά δε θα ξεχώριζαν απ’ τις μέρες.

Οι άλλοι επιβάτες θα ξεθώριαζαν
σιγά-σιγά,
η μουσική θα μετακόμιζε απ’ τ’ αυτιά στο κεφάλι,
οι αναμνήσεις θ’ αποκαλύπτονταν ως αυτό που είναι –
όλα μου τα πλούτη –
κι ο Θεός θα υπήρχε
εκκωφαντικά,

πετάμε άλλωστε στα σύννεφα,
ή μάλλον όχι, πάνω απ’ αυτά,
κι ο διάδρομος, κοίτα να δείς,
είναι αρκετά φαρδύς και ψηλός για να κάνει κανείς τροχό
(ή μήπως το λένε ρόδα;) –
μα πώς δεν το είχα σκεφτεί ως τώρα;

[3.7.2009]

«Ναι»

Αγαπώ αυτή τη ζεστή πέτρα
που τα δάχτυλά μου γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλη.

Είναι η τέλεια πέτρα –
η κάθε πέτρα,
κι η μοναδική πέτρα,

κι αν ακουμπήσεις πάνω της τ’ αυτί σου
ακούς μια βαθειά, φωτεινή φωνή να σου απαντά:

[3.7.2009]

403

Ο εφιάλτης μου είναι μια λεωφόρος Μεσογείων κάτω από έναν αμείλικτο ήλιο
που δεν τελειώνει ποτέ,
με σκιά μόνο πίσω απ’ τις στάσεις των λεωφορείων,
γυναίκες χωρίς ειδικό βάρος
κι άνδρες με το χέρι γερά κολλημένο στην τσέπη.

[28.7.2009]

Σ.

Οι κοπέλες από ρόδινο βελούδο δεν είναι αυτό που νομίζεις
κι είναι λίγες
μα διάσπαρτες παντού.

Κοπέλες που στα μάτια τους μονάχα,
ή κάπου αλλού,
λαμπυρίζει αυτό που διώχνουν απ’ το σώμα τους,
το στόμα τους,
σαν δειλό σινιάλο κυνηγημένου
που ίσως για μια στιγμή τυφλώσει τα μάτια
κάποιου σωτήρα
που την ίδια εκείνη στιγμή θα βρίσκει τη σωτηρία.

Κοπέλες με δύσκολα ή σοβαρά ονόματα
που κάποτε δεν μπορούσαν να προφέρουν,
κοπέλες που άγγιξαν την πέννα μου
μα ποτέ πάνω από μια φορά τη γλώσσα μου
ή τον αναστεναγμό μου

γιατί όταν τρίβεται βελούδο με βελούδο κάποια πράγματα περιττεύουν
ή γιατί είμαι ένα χαζό κορίτσι που μαζεύει μόνο τα χρυσαφιά λουλούδια –
χωρίς αυτό να σημαίνει τελικά πως κανένα τους δεν είναι λουλούδι που μιλά.

[29.7.2009]

O

Αληθινές θελήσεις
λάμπουν σα μάτια φωσφορίζοντα με ακτίνες λέιζερ* στο κατώφλι
τις ακτίνες λέιζερ μιας άλλης γενιάς
που δεν ήξερε
μόνο φανταζόταν

και σαν όλες τις φαντασίες
κι η δική της έμοιαζε με τρισδιάστατη σκακιέρα
ή με χρυσή αιωρούμενη σφαίρα
ή με έρωτα

Χτες δεν κοιμήθηκα
και δεν έχω να σου πω τίποτα
σχεδόν
γιατί πότιζα μαγικό φίλτρο έναν άνθρωπο
που έτυχε να σχετίζεται μαζί μου πάνω σ’ ένα δίχτυ,
μέσα σ’ ένα δίχτυ, πες,
απ’ αυτά που κρέμονται απ’ το ταβάνι του Ηρωδείου
με τα ψεύτικα συντριβάνια και τα ψεύτικα αγάλματα
αλλά μη γελιέσαι

τα δίχτυα δεν παύουν νά ‘ναι δίχτυα

Οι αληθινές θελήσεις λειώνουν σαν καραμέλες
εκτός κι αν έχει έρθει το τέλος

τότε νομίζω απλά δεν υπάρχουν


(*να μην ξεχάσεις να νοιώσεις εδώ μια αίσθηση σκονισμένου, περασμένου μέλλοντος)

[1.9.2009]

Achtentachtig
(β’ πρόσωπο το ανώδυνο)

I.

Δεν είναι ώρα να κλαίμε τώρα.
Υπάρχουν εκατοντάδες ακόμα άγνωστες λέξεις,
τα μαύρα σημάδια στο χαρτί αποκωδικοποιούνται πολύ αργά ακόμα,
κι ο χρόνος τελειώνει.
Το τελευταίο τραίνο για τις Βρυξέλλες φεύγει απ’ την πλατφόρμα 6 σε λίγο,
σε λίγο πιο λίγο.

Δεν είναι ώρα να κλαίμε τώρα.

II.

Ο μπαμπάς σου τα έκανε σαλάτα κι η μαμά σου τη στόλισε με σαντιγύ.
Η δική μου μαμά μ΄ένα κόλπο μαγικό εξαφάνισε όλα τα σοκολατάκια
απ’ όλα τα ντουλάπια του σπιτιού
για να τα εμφανίσει στο μέλλον
μέσα σε καθ’ ένα απ’ τα καπέλα μου.

Εν τάξει, μπορούμε να τ’ αφήσουμε όλ’ αυτά πίσω μας τώρα;

III.

Και δεν αφήνεις τη μουσική να σ’ αγγίξει,
και δεν πυρώνει ο ήλιος στη θέα του γυμνού κορμιού μου.

[Κι όμως,
σα να μου φάνηκε πως είχες αρχίσει να γδύνεσαι λιγάκι για ‘κείνη
κι εγώ είχα μείνει και πάλι γυμνή,
λιγάκι ακόμα πιο γυμνή μπροστά του.]

[26.9.2009]

~

Προς όποιον με διαβάζει ακόμα: μμμ, μιαν αγκαλίτσα, αυτή τη φορά! Πέρασε πολύς καιρός.

Σάββατο, Νοέμβριος 15, 2008

Απ' την αρχή του 2008 ως σήμερα

Ταξιδεύοντας

Έξω το τοπίο ούτε μ’ εντυπωσιάζει,
ούτε με γαληνεύει –
αν και γαλήνη μού ‘χεις χαρίσει εσύ με τ’ απλωμένο σε χαιρετισμό σου χέρι
κι ανάγκη απ’ άλλη δεν έχω.

Το κοντινότερο εντυπωσιακό πράγμα
είναι τα μάτια του νεαρού στ’ απέναντι τραπέζι.
Λάμπουν, χωρίς αμφιβολία.
Λίγα λεπτά παρατήρησης φανερώνουν κι αυτό που τα φωτίζει:
σκληρή πέτρα γυαλισμένη,
ξεδιάντροπη νιότη που κρίνει χαιρέκακα,
άγνοια που δε νοιάζεται να γίνει γνώση.

Αλοίμονο στα λευκά χεράκια που θ’ ανοίξουν απλωτές μέσα τους·
κι αν φαίνονται νερά γαλάζια, γρήγορα –
καλύτερα γρήγορα –
θα φανερώσουν την παγίδα τους.

Κολύμπι μες στην πέτρα δεν άκουσα ποτέ·
ούτε στα παραμύθια.

[Ιανουάριος 2008, ταξιδεύοντας από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη.]

~

Αυτή που εσύ μου δίνεις

Φτάνει στην πόρτα σα βαθειά ανάσα που τα φανερώνει και τα σβήνει όλα.
Φοράει κουρασμένα ρούχα, ακούραστα μάτια κι ένα καινούριο καθαρό χαμόγελο –

φτάνει πάνω στην ώρα να με δει να παίζω μ’ αυτοσχέδια πέπλα στον καφρέφτη.

[Είχα καιρό να σε συναντήσω,
πού ταξίδευες;]

Μυρίζει ζωγραφιστά καράβια και τρύπιες τσέπες και κάτω πέφτουν χαμόγελα
και σκύβει και παίρνει ένα και μου χαμογελά.

[Α, μάζευες θάλασσα με τις χούφτες σου για να γεμίσεις μια λίμνη, ναι,
να βάλεις μέσα κύκνους του αλμυρού νερού να χορεύουν λευκοί
να στροβιλίζονται και ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό στ’ ασημένιο φως
στις κορφές των δέντρων που χαϊδεύουν τις κοιλιές των συννέφων
στα μακρυά σκουλαρίκια των άστρων
σε κάτι ουράνια τόξα που βγαίνουν μόνο τις νύχτες που φέγγουν σα μέρες –

ναι.

Εγώ εδώ, εδώ.
Τραγουδούσα, τραγουδάω λίγο καλύτερα τώρα,
αφέθηκα να ξανακλείσω τα μάτια,
σ’ άφησα να μαζεύεις θάλασσα με τις χούφτες σου
μ’ όρο μοναδικό να μου φέρνεις λίγα απ’ τα κοχύλια που βρίσκεις –
και μου έφερες.]

Και κάτω πέφτουν κοχύλια
και σκύβει και μου δίνει μερικά και μου χαμογελά.

Είναι και κάποια ζεστά –
αναρωτιέμαι πώς τα καταφέρνουν και μένουν ζεστά εκεί κάτω από τόνους νερό –
που πολύ μ’ αρέσουν
και τα σφίγγω και λένε καινούρια τραγούδια που κάτι θυμίζουν στα δάκτυλά μου.

[Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ για τα πιο ζεστά απ’ τα ζεστά κοχύλια.
Σ’ ευχαριστώ για τη λίμνη,
για τους κύκνους που χορεύουν λευκοί,
που στροβιλίζονται κι ανεβαίνουν στον ουρανό στ’ ασημένιο φως
στην κορφή της πιο ψηλής σεγκόγιας
στα βογκητα και στα γουργουρίσματα των συννέφων
στα μαλλιά που μπλέκονται στα σκουλαρίκια των άστρων
στις παιδικές χαρές του φωτός]

[4.1.2008, Αθήνα.]

~

Μετά την Πρωτοχρονιά

Το δικό μας σπίτι μυρίζει κι αυτό χυλοπίττες με βούτυρο και λεμόνι,
μυρίζει μαλακτικό και φρέσκα στρωσίδια,
μα σε τίποτα δε μοιάζει μ’ εκείνο των παιδικών μας χρόνων
παρά τις ίδιες συνταγές,
τις ίδιες θέσεις των παραθύρων
και τα ίδια στολίδια στο δέντρο.

Σε τίποτα δεν του μοιάζει
γιατί εκείνο κατοικεί στο παρελθόν
και μόνο απ’ το παρελθόν κατοικείται.

[5.1.2008, Αθήνα.]

~

Carpe diem

Δεν μπορούσα ποτέ «ν’ αδράξω τη στιγμή»,
να «ζω στο παρόν»,
μου φαινόταν παράλογη η σκέψη.

Το παρόν είναι εδώ,
συμβαίνει,
λειώνει στο στόμα σαν σοκολάτα –

ο αέρας γεμίζει τα πνευμόνια,
το φως λευκαίνει το παράθυρο·
δυο σιλουέττες υπερασπίζονται την αλήθεια που πρέπει να ξεχνάμε ευγενικά
για να συνεχίζουμε ν’ αδράττουμε στιγμές,
να φυτεύουμε το μέλλον στον κήπο ή στην πίσω αυλή,
να φτιάχνουμε παρελθόν και να το φυλάμε σε βάζα,
σε μέρος στεγνό και δροσερό,
για το μεγάλο χειμώνα...

Το παρόν είναι εδώ,
συμβαίνει όπως ο ύπνος δεν παύει να συμβαίνει όταν κοιμάσαι γιατί αύριο
είναι μεγάλη η μέρα,
και κανείς δεν ξέρει πόσο μεγάλος θά ‘ναι ο μεγάλος χειμώνας,
κι έτσι μαζεύω τα νεύματα των σχεδόν-σκιών προσεκτικά,
μαζεύω το λευκό του παραθύρου που σπάει πού και πού απ’ το πέταγμα των πουλιών,
μαζεύω το πέταγμα των πουλιών,
το φτερούγισμα της αλήθειας στην καρδιά μου,
κι η στιγμή λαμπυρίζει τώρα,
πριν,
αύριο,
αργότερα,
πάντα.

~

Πεμπτουσία

Σαν η φωτιά της πρώτης ανάσας
να βάφτισε το μέσα μου
και να τ’ άφησε νωπό
ν’ ανακουφίζεται με το ευγενικό, ανεπαίσθητο άγγιγμα του αγαπημένου ψιθύρου
και να πονάει με την κάθε ζωντανή δοξαριά –
μα να τον ζητάει αυτόν τον πόνο,
τον αλμυρό,
σαν κάθε πληγή.

~

Τη λένε Ουτοπία

Σε θυμάμαι
όταν τα καφετιά παπούτσια,
τα καφετιά σκαλίσματα
κι η καφετιά βιόλα
αρχίζουν να σχηματίζουν σιγά-σιγά ένα σύνολο
που μαθαίνει να μιλάει
κι η πρώτη μωρουδιακή του πρόταση είναι
«γιατί τρεις λάμπες στο ταβάνι;» –
όταν τα στόρια γίνονται ρίγες
κι οι ρίγες ρόγες από σταφύλι
πεσμένες στην άμμο
λίγο αλμυρές απ’ έξω
ξεπλυμένες στη θάλασσα
όπου δεν πηγα,
αλλά με πήρες μαζί σου

γιατί τα φανταστικά μεθύσια
και τα φανταστικά πρόσωπα που διαγράφονται στην πανσέληνο
είναι δεμένα με μακρύ μα γερό σχοινί στη βάρκα με τ’ όνομα που δεν έχει τίποτε να φοβάσαι.

[22.2.2008, Den Haag.]

Στο Χάρη Θρώγκο.

~

Ακόμα πιο πέρα απ’ το πέρασμα

Ανασκαλεύω στο βάθος μιας καλημέρας,
στο γιγάντιο μυαλό ενός κτηρίου
φτιαγμένου από σκάλες και σκάλες.

Ίσως και να μην τα καταφέρνω.
Ίσως το σκιάχτρο να μη δεχτεί τη θυσία,
το κλειστό ρόδο,
την ερώτηση γραμμένη σ’ ένα απ’ τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη.

Ξαποσταίνω καβάλα σε μια ρόδα γεμάτη άμμο,
κάτω απ’ τη σκιά ενός κοινού, μεγάλου δέντρου
με σκληρά, γερά κλαδιά που έχουν πάντα δίκιο.

Ίσως και να μην έχω τον έλεγχο.
Ίσως τα δώρα από φίλντισι να πίνουν λίγο-λίγο το φως για να μπορούν ν’ αστράφτουν
κι έπειτα να μη φτάνει η ροή του για να λάμψουν τ’ άστρα τ’ ουρανού
πάνω απ’ την πόλη του Μόχθου.

Κι όμως,
από το κάθε αλλεργικό στη χρυσή σκόνη φτάρνισμα
μέχρι το τελευταίο λευκό στρωμένο χαλίκι
οι λέξεις δεν τελειώνουν,
τα γράμματα δεν τελειώνουν
μα πάνε κι έρχονται με ταχυδρομικά περιστέρια,
βγαίνουν από καπέλα Μάγων,
μαθαίνουν πρώτα απ’ όλους πως μ’ αρέσουν τα μάλλινα κουβάρια και γίνονται πλεχτά γάντια
και μου ζεσταίνουν τα χέρια
μ’ αμέτρητες θηλειές από αφούαυτόγιατίόχικαιτ’άλλο,
και δεν με ξυπνούν
ούτε μ’ αποκοιμίζουν –
μ’ αφήνουν να ονειρεύομαι
όπως θα έπρεπε.

Ίσως κάποτε η Γκηίσσα, μια απ’ τις σοφότερες Μοίρες αυτής της άκρης του κόσμου,
να ήρθε σ’ ένα απ’ αυτά τα όνειρά μου
και να μου είπε πως μόνο ξαπλωμένος
με τα μάτια κλειστά
μπορεί κανείς να δει τ’ άστρα τ’ ουρανού
πάνω απ’ την πόλη του Μόχθου –
αρκεί να μην είναι ξύπνιος
και να μην κοιμάται.

Αφού αυτό γιατί όχι και τ’ άλλο;

Κι ύστερα
τα όνειρα δεν θα κρύβονται απ’ τις καλημέρες,

κι ύστερα,
το δίχως άλλο,
θα βρεθεί μιαν άλλη ερώτηση.

[28.2.2008, Den Haag.]

~

Do not

Do not sink in.
There’s a hole in the ground, but it’s not for you;
not yet.
Do not sink in.

Do not sleep.
This is not what you should do with your recent knowledge
on how to say yes.
Do not say yes; not now.
Do not sleep.

You can only be this:
Fire.
You can only burn
more, faster, less, slower;
you can only burn.

And then go out.
Not yet.
Do not say yes;
do not sink in.

[16.3.2008, Den Haag.]

~

Μουρμουρητά στα βάθη ενός θεωρητικά σβησμένου ηφαιστείου

Σιωπηλά-σιωπηλά
γυρίζω τον κόσμο τώρα,
μπορώ και σ’ ογδόντα μέρες μα δε βιάζομαι αν κι ίσως θά ‘πρεπε,
καθυστερώ σε πάρκα με πατημένο χορτάρι,
σε κάτι κόκκινα παγκάκια μ’ ακουστικά στ’ αυτιά και κλειστά μάτια,
σιωπηλά.

Σιωπηλά-σιωπηλά,
σιωπηλά,
με το μεγάλο κλειδί στο χέρι καυτό σα χιόνι,
παγερό σα φωτιά,
με το μεγάλο κλειδί των στερεοτυπικών αντιθέσεων –
ασήμαντο σαν καθημερινό ξυπνητήρι,
σημαντικό σαν ξύπνημα από λήθαργο βαθύ μ’ ένα φιλί ή με τον ήχο ενός κόρνου.

Σιωπηλά-σιωπηλά,
μόνο ο Θεός μου ξέρει πως δεν τον έχω προδώσει,
σιωπηλά,
μέσα μου φουντώνει η φωνή απ’ το φύσημα μιας άλλης φωνής,
τόσο ωραίας,
τόσο
σιωπηλά,
σιωπηλά φουντώνει και κάτι, όλο και κάτι, θα καταπιεί,
το κλειδί, το ξυπνητήρι, το λήθαργο, τη σιωπή την ίδια, μια βενετσιάνικη μάσκα, εμένα,
ένα απ’ τα πρόσωπα του Θεού, την κορώνα ενός κύκνου, ένα φιλί, ένα φτερό,
ένα κάπως βαρετό πρωινό κάπου στην άκρη του κόσμου,
ένα φόβο που δε βλέπω την αρχή του,
όλο και κάτι.

Σιωπηλά
είμ’ εδώ, και θέλω όσο ποτέ να την τιθασσεύσω τη φωνή μου, και φοβάμαι,
και καθυστερώ σε βόλτες που έχω ξανακάνει,
σε κάτι κόκκινα παγκάκια με δανεικά πανωφόρια να κρατούν μόνο λίγο απ’ το κρύο μακρυά,
σιωπηλά-σιωπηλά.

[26.3.2008, Den Haag.]

~

Voyeur

Lorna is a star.
She can either shine or fall.

It’s past midnight.
There’s a bad poet sitting by the window of a blue room;
he wishes upon her hair using unnecessary adjectives.
Her hair enters the room like cold light
that becomes warm on impact
and then burns the sheets, the fingers, the bruised paper,
the rocking chair favoured only by the house cat,
and two non-matching socks.

Lorna cuts holes through the socks
making funny faces.
She wears them like a pair of bikers’ gloves.
“Only silly stars fall”, she speaks softly.
She smiles with a smile like cold light
that becomes warm on impact.

The poet pompously swears to quit smoking.
There’s a tune in his head that I don’t recognize;
the sheets are soaked in water.

For all he knows, it’s his fire,
but I saw.

[4.5.2008, UK.]

~

Happy

The lights that shine against the night
make me happy.

Pianos make me happy,
when played with a not-yet-quite-tamed passion.

The anatomy of your face
makes me happy.

Exhalations make me happy
when they carry beautiful song within them.

You, experiencing my language as your mother tongue,
make me happy.

Cats make me happy!

Fugues make me happy…

Your hair makes me happy,
more so when wet.

(not a poem, just notes!)

~

Έξω απ' το παράθυρο

Κίτρινη ερημιά ως εκεί που φτάνει το μάτι,
κι ένα έρημο δέντρο.

[Δεν είναι που κατάπια μια σκάλα
και μού ‘χει σκαλώσει στο λαιμό
κι ανεβοκατεβαίνουν οι ανάσες κι οι λέξεις,
δεν είναι που φυλάω σε κάθε ντουλάπι κάτω από κάθε σκαλί κάτι άλλο,
πάνω-πάνω τα σημαντικά και πιο κάτω τ’ άλλα,
δεν είναι που νομίζω ότι αξίζουν μόνο λίγοι άνθρωποι,
κι απ’ αυτούς λίγοι,
ή που νομίζω πως δεν μπορούν να βάψουν κόκκινη ακόμα κι αυτήν
την κίτρινη ερημιά.

Είναι που όσο απλωνόταν η ματιά μου στο κίτρινο
ανέβαινε τη σκάλα ένας λυγμός,
και μόνο ανάμεσα στους ανθρώπους μπορώ να βρω κι άλλους τέτοιους.

Ή αυτό, ή θα πρέπει να γίνω κι εγώ δέντρο στον ορίζοντα.]

~

Ισορροπία;

Κι όμως, η τρελλή φωτιά κατοικεί ακόμα μέσα μου.
Παραμονεύει σε απόηχους γελαστών φωνών
και στις άκρες των μαλλιών όταν γαργαλάνε χαμηλά στη μέση.

Είναι πολύ πεισματάρικη η τρελλή φωτιά.
Τυλίγόταν στο λαιμό μου σαν κόκκινη γάτα που αγαπάει τον ύπνο
όταν ήμουν δικιά της,
και τώρα που ζητώ να την κάνω δικιά μου
είναι άφαντη –
μόνο πού και πού λαμπυρίζει εκεί που τη συμφέρει,
σαν περαστική ειρωνία.

Δεν γίνετ’ έτσι, όμως.
Δοκιμάστηκε το μονόπλευρο ανήκειν,
και δεν κάνει για πύργους.
Κάνει μόνο για να σκαρφαλώσει κανείς στον πιο ψηλό απ’ αυτούς,
να δώσει μια και να βρεθεί στο κενό –
άλλο αν ενδέχεται να τον σταματήσει η θέα...

Μα θα την κάνω δικιά μου, θα την αρπάξω.
Όταν οι άκρες των δικών μου μαλλιών χαϊδέψουν τη μέση,
όταν η φωνή μου κατακτήσει κάθε κρυσταλλάκι, κάθε χρώμα του γέλιου,
τότε θα γίνει δικιά μου.

Θα χορεύει μαζί μου όποτε μου φέρνει χορό στα πόδια,
θα γίνεται αέρας και θα σηκώνει τις φαρδυές φούστες των κοριτσιών,
θα ξανακοιμηθεί στο λαιμό μου,
θα με ξαναζαλίσει κόβοντάς μου την ανάσα,
μα δε θα μ’ ορίζει πια.

Κι έπειτα, σιγά-σιγά,
θα χαλαρώσω κι εγώ τη λαβή μου
και θα βαδίζουμε μαζί,
άνθρωπος και τρελλή φωτιά –
μήτε μόνο άνθρωπος,
μήτε άνθρωπος κι ανεξέλεγκτος δολιοφθορέας
που καίει στο διάβα του τα πάντα.

[6.5.2008, travelling from Derby to Den Haag.]

~

Πασχαλίνα
[1922-2008]

Δε λυπάμαι που έφυγε·
απλώς φοβάμαι που όλοι φεύγουμε
χωρίς να ξέρουμε πού πάμε,
και σαν όλους τους ανθρώπους
όταν φοβάμαι, κλαίω.

Αν λυπάμαι για κάτι είναι που έφυγε με πικρά χείλη, σφιγμένα,
μην ξεφύγουν τα – νεκρά πια – όνειρα και βγουν
σα φωτιά, σα νερό,
και κάψουν, και πνίξουν τα πάντα.

Αν λυπάμαι για κάτι είναι που δεν μπορώ ούτε γι αυτό να λυπηθώ στ’ αλήθεια,
γιατί αν δεν έμεναν ‘κείνα τα όνειρα σφαλισμένα στο – νεκρό πια – κελί τους,
σ’ένα συρτάρι μαζί με δυο ζευγάρια αέρινα γάντια,
στο σχεδόν απάτητο σαλόνι,
στο φανάρι,
κάτω απ’το ντιβάνι,
δεν θά ‘μουν εδώ.

Είν’ ακριβή προσπαθώ να σου πω η ονειρόσκονη.
Αγοράζει ζωές, κι άλλες ζωές, κι ύστερα κι άλλες –
δίνεις τα όνειρα μιας τόσης δα γυναίκας
παίρνεις τρία, κι έξι,
και ποιος ξέρει πόσ’ ακόμα
ζευγάρια μάτια.

Δεν είναι να λυπάσαι.
Μόνο να μην πάψεις να θυμάσαι...
Αλήθεια.

[19.5.2008, travelling from Derby to Den Haag.]

Στη γιαγιά μου.

~


Adieu, belle marquise

Είναι κάτι σκάλες
που ανθίζουν στη μέση μιας σάλας σα δίδυμες βιολέτες
με λίγη φαντασία.

Εδώ κι εκεί γυαλιστερές επιφάνειες αντανακλούν φως
του οποίου την πηγή δε βλέπουμε,
κι όλα όσα σβήνονται απ’ το σκοτάδι δεν έχουν σημασία.

Δυο σκαλιά πριν την κορυφή στέκεται η κόρη με το φόρεμα και τα μαλλιά
που σέρνονται στο πάτωμα,
χλωμή ηττημένη.

Τρία σκαλιά πιο κάτω στέκεται ο βασιλιάς – τα ρούχα και τα μαλλιά δεν έχουν σημασία,
φρικτός νικητής.

Πάντα κάποιος σωπαίνει και κάποιος κλαίει.
Ποιος σωπαίνει και ποιος κλαίει αυτή τη φορά δεν έχει σημασία.

Αν υπήρχε μουσική θα ήταν πηχτή σα σκοτάδι
με χρυσά στολίδια ν’ αντανακλούν ένα φως σαν απ’ το πουθενά.
Οι φωνές θα ήταν απαλλαγμένες από περιττές ατέλειες,
κι έτσι θ’ αγαπούσαμε και την κόρη και το βασιλιά αναπόφευκτα.
Το τέλος θά ‘ταν απαλλαγμένο από κάθε περιττό κόκκινο,
ένα μπουκέττο τριαντάφυλλα περιέχει ακριβώς όσο χρειάζεται.

Στο τέλος της πορείας τους υπάρχει πάντα ένας καθρέφτης
που κοιτάει απ’ την άλλη μεριά.

Μέσα του καθρεφτίζεται η κόρη με τα μακρυά μαλλιά,
ξαπλωμένη τώρα, ακίνητη, παγωμένη,
παγερή νικήτρια,
και πίσω της φαίνεται ο βασιλιάς, φρενήρης,
γελοίος ηττημένος.

Ακόμα πιο πίσω φαίνεται ένα τρίτο πρόσωπο, μια γυναίκα.
Είναι όμορφη – τα ρούχα και τα μαλλιά δεν έχουν σημασία.
Δεν ξέρουμε ακριβώς τι ιστορία έφερε την αντανάκλασή της στον καθρέφτη,
αλλά μπορούμε να υποθέσουμε κοιτώντας την παγωμένη κόρη και τα τριαντάφυλλα.
Νομίζει πως νίκησε, αλλά προς το παρόν δε νοιώθει τίποτε
και δεν γνωρίζει πως τίποτε δε θ’ αλλάξει στο μέλλον.

[23.5.2008, Den Haag.]

~

Aesthetics

Τα φύλλα και τα κουτάκια μπύρας στο γνώριμο μονοπάτι είναι πλέον ξένα και τα κλωτσάω.
Η μυρωδιά μου θυμίζει κάτι, αλλά δεν θα έπαιρνα κι όρκο.

Μπορώ ακόμα ν’ ανοίξω τα πόδια, να βάλω ανάμεσά τους ένα μαξιλάρι, ένα σεντονάκι,
ένα απλό μακό μπλουζάκι – κάτι που να βολεύει τέλος πάντων –
να πέσω μπρούμυτα και να του δώσω να καταλάβει.
Είναι πάνω-κάτω τζάμπα.
Μπορώ να σκέφτομαι τα ίδια,
ακέφαλα σώματα, ασώματα πρόσωπα, μόνο χέρια, δυνατά χέρια,
χέρια στο λαιμό μου, χέρια στα χέρια μου, χέρια, χέρια.
Μπορώ ν’ απολαύσω το όχι και το φόβο –
κάτι οργασμούς γεννημένους από περίτεχνα συμπλέγματα που βουλώνουν τ’ αυτιά μου
και μ’ αφήνουν να σκέφτομαι μέλισσες να ζουζουνίζουν το καταμεσήμερο
κι έτσι πεσμένη κάτω κοιμάμαι.

Κάθομαι και θαυμάζω τους στρυφνούς κόμπους, τα μέλη, όλα όσα μπλέκονται εκεί.
Πώς το πόδι καταφέρνει να βάλει τρικλοποδιά στο χέρι,
πώς το μάτι κλείνει και τα χείλη στραβώνουν ειρωνικά,
πώς μπαίνει το δάκτυλο μέσα στο μάτι θαρρείς να το βγάλει
και κυρίως πώς χωράνε όλα αυτά στον καθρέφτη.

Και φυσικά ούτε κουβέντα για λύσιμο ή για ψαλίδι.
Ο ναρκισσισμός έχει μακρυά μαλλιά, δεν ξέρει από ψαλίδια.
Αλλά τι λέω – ο ναρκισσισμός δεν υπάρχει καν,
είναι αόρατος για όλους αυτούς που η μυρωδιά κάτι τους θυμίζει.

Αλλά δεν θα έπαιρνα κι όρκο.

Άκου –
ξέχνα τις προηγούμενες μαλακίες –
θέλω να μου βρεις ένα άσχημο κορίτσι.

Θέλω να μιλήσω μ’ ένα άσχημο κορίτσι.
Δεν έχω ακούσει κανένα άσχημο κορίτσι να μιλάει.
Μιλάνε τα άσχημα κορίτσια;

[18.8.2008, Αθήνα.]

~

Ρινοπλαστική

[Εσύ μην ακούς.
Να τραγουδάς και να λάμπεις,
όμορφος σαν τον ήλιο –
αν όχι για όλους,
τουλάχιστον για όσους σ’ αγαπούν.]

Το τι περνάει η ψυχή του καθ’ ενός μόνο ο ίδιος το ξέρει.
Εμείς βλέπουμε είτε αυτό που κάποιος φτύνει στα μούτρα μας με βία,
είτε αυτό που δεν χωράει πια και ξεχειλίζει και βγαίνει απ’ τους πόρους
άλλοτε σαν διαμαντένιες στάλες ιδρώτα που μέσα τους φαίνονται μικρά ουράνια τόξα
κι άλλοτε σαν κιτρινιάρικο, άρρωστο απέκκριμα –
χωρίς να υπάρχει κάποια μυστική, προαιώνια δικαιοσύνη που να καθορίζει το πότε και το γιατί.

Χωρίς να υπάρχει κάποια μυστική, προαιώνια δικαιοσύνη που να καθορίζει το οτιδήποτε.

Άλλες φορές βέβαια δε βλέπουμε τίποτε,
ή βλέπουμε ένα ζωγραφισμένο χαμόγελο,
γλυκειές σκιές,
καπνισμένα μάτια,
ζεστά, δυνατά φώτα,
μια ομορφιά τόσο μεγάλη όσο η απέχθεια ‘κείνου του ανθρώπου για την ασχήμια του,
τόσο αληθινή όσο το πάθος ‘κείνου του ανθρώπου για το ωραίο ψέμμα του.

Δεν υπάρχουν μάτια καθρέφτες της ψυχής.
Υπάρχουν μάνες που μαθαίνουν στα κορίτσια τους το νάζι,
γλυκά χαμόγελα προβαρισμένα ξανά και ξανά στον καθρέφτη,
ίσως και παραπανίσια κιλά καθρέφτες της φιληδονίας –
αλλά κυρίως κόκκαλα και σάρκα, νουκλεϊκό οξύ, αποφάσεις έξω από μένα, έξω από σένα,
[ψέμματα – όχι αποφάσεις, μόνο προγραμματισμένες διαδικασίες]
και λίγο απ’ αυτό που χάριν ευκολίας θ’ αποκαλέσω τύχη.
Δεν υπάρχουν ευγενικά πρόσωπα.
Υπάρχουν μόνο τα παραμύθια που κάποτε κάποιος σου ψιθύρισε στ’ αυτί,
τα τραγούδια που άκουγες στην κούνια –
πιθανότατα και μια λαχτάρα για όλα όσα δεν είσαι/νοιώθεις/έχεις.
Δεν υπάρχουν δυναμικά βλέμματα.
Υπάρχουν έντονα μεσόφρυα τόξα
και σπανιότερα η σιγουριά μιας προδιαγεγραμμένης νίκης –
η σιγουριά του ποδημένου ποδιού λίγο πριν λοιώσει το σκουλήκι.

Και κυρίως δεν υπάρχει κανείς για να λογοδοτήσει για όλα αυτά,
εκτός αν καθίσουμε τον ήλιο στο σκαμνί
ν’ απολογηθεί που καίει, που τον κρύβουν τα σύννεφα
ή που μας μπαίνει στα μάτια.

Θα ήταν γελοίο.
Ας αγοράσουμε όλοι γυαλιά ηλίου, τέλος πάντων.
Ας πορευτούμε με πρόβες, με μάσκες αρχαίου δράματος, με μαχαίρια –
ό,τι αντέχει το στομάχι του καθ’ ενός.
Κι αν κάποιος μπορεί, ας αδιαφορήσει.
Ας αδιαφορήσει για όλα αυτά –
και για τους λευκούς, λεπτεπίλεπτους λαιμούς,
και για τα υγρά, ηλεκτρισμένα μάτια,
και για το ίδιο το φως.


Ας αδιαφορήσει για τους καταρράχτες, για τη θάλασσα,
για τα ζαφείρια και τα ρουμπίνια,
για τους μεστούς γοφούς και τις λυγερές μέσες,
και για τις αψεγάδιαστες μύτες και τα φιλήδονα χείλη.

Εγώ πάντως δεν είμαι σε θέση να κυρήττω.

[20.8.2008, Αθήνα.]

~

Τι

Τι θα μείνει στο τέλος
ξεγλυστράνε
η άμμος
το δέρμα μου
λείο
η αγκαλιά
ξεγλυστράω
δεν θυμάμαι
τι είναι αυτό το φως εκεί μακρυά
κάπου το έχω ξαναδεί
κάπου το έχω ξαναδεί

Τι να τα κάνω
το δεξί μάτι
τα χέρια
τη σοκολάτα
το αλάτι
τι να τα κάνω
τον έρωτα
τους καταρράχτες
τα δάκρυα
είναι μέσα στο πηγάδι
στο νερό
στη λάσπη
στα τούβλα
στο σπίτι
τι να τα κάνω

Θυμάμαι
όχι
το ίδιο δοχείο
διψάει
κουβαλάει νερό
στάζει
σπάει
τούβλα
λάσπη
νερό
τι να τα κάνω
έχω
είμαι
κι αυτό το φως εκεί μακρυά

κάπου το έχω ξαναδεί

[26.8.2008, Αθήνα.]

~

Ένα χαζό μπαλόνι

Άκου, θα σου πω ό,τι προλάβω πριν λειώσει ο κύβος ζάχαρης πάνω στη γλώσσα.
Θα τα πω σε σένα, γιατί έχω δοκιμάσει το εγώ και δε μου δίνει τόσο μεγάλα φτερά όσο το εσύ
και γιατί οι ιστορίες για βασίλισσες/νεράιδες/ωραίες κι άσχημες Ελένες
είναι μακρυά
και περπάτησα πολύ σήμερα
και δεν έχω πάρει ακόμα ποδήλατο
και δε μ’ αρέσουν τ’ αμάξια,
[μόνο ένα μ’ αρέσει, είναι λευκό και πορτοκαλί,
ζει σε κάτι κάρτες,
σε κάτι παιχνίδια στον πάνω όροφο του σπιτιού στο χωριό πολλά χρόνια πριν],
και μου αρέσουν οι άμαξες,
μα αυτές είναι αλλού
και τις φτάνω μόνο με τα φτερά
κάτι στιγμές πίσω απ’ την κάμερα –
αν δεν έχεις τι να κοιτάξεις τι να το κάνεις το φως.

Άκου λοιπόν.
Η μάνα μου ονειρεύεται ανοδικές πορείες.
Θυμάσαι πώς ζωγραφίζαμε τις ανοδικές πορείες πριν μάθουμε να χαϊδεύουμε τους συνειρμούς
[των άλλων, τους δικούς μας]
λίγο κάτω απ’ το πηγούνι
για νά ‘ρθουν προς το μέρος μας;
Ναι, με βελάκια.
Προφανή βελάκια που βέλαζαν απειρία, επίπεδο επίπεδο σκέψης.
Τέτοιες ανοδικές πορείες ονειρεύεται.

Σου λέω ό,τι δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει
[όχι, δεν φταίει αυτή, ούτε εγώ, ούτε ο άτιμος ντουνιάς, ούτε το βουνό, ούτε ο Μωάμεθ]
πριν αγκαλιαστούμε, πριν το επόμενο ωραίο τραγούδι, πριν το κρασί ή τον πολύτιμο πρωινό ήλιο
[ίδια δουλειά κάνει το κρασί με τον ήλιο],
πριν λειώσει ο γόρδιος δεσμός στο υδρόμελο, στα όνειρα...
Πριν ξεφουσκώσει ο θυμός μου που ήδη μάλλον μοιάζει στα μάτια σου σαν χαζό μπαλόνι.

Μου αρέσουν τα χαζά μπαλόνια.
Δεν μου αρέσουν τα βελάκια.
Μου αρέσουν οι χρωματιστοί δρόμοι.
Μου αρέσει να μπορώ να θυμάμαι έναν μικρό χιονάνθρωπο που ήθελε να μείνει για πάντα νέος
και να μη λειώσει ποτέ.
Μου αρέσει η επόμενη αγκαλιά και το επόμενο ωραίο τραγούδι,
και το κρασί και ο πολύτιμος ήλιος –
σίγουρα δεν ήταν ποτέ αυτονόητα,
και σίγουρα δεν τα είχα ξεγράψει ποτέ απ’ τις λίστες ονείρων
[γραμμένες αυστηρά πάνω σε χαρτί τουαλέττας απαλό σα σύννεφο]
έτσι ώστε να τα ξεχάσω
και να μην τ’ αναγνωρίζω στ’ αεροδρόμια
όσες ταμπέλες με μεγάλα χρωματιστά γράμματα και να κρατούν στα παιδικά τους χέρια.
Ανοδική πορεία είναι αυτές οι εικόνες που εκτοξεύω
άλλοτε αναμεμειγμένες με μπαρούτι μέσα σε σφαίρες, άλλοτε με μελάνι σ’ αερογράφο,
άλλοτε μόνες τους, με τα χέρια,
άλλοτε με κουνιστά άλογάκια πυραύλους με προγραμματισμένη πορεία
[πάντα προς τον πλανήτη των χριστουγεννιάτικων δέντρων],
κι άλλοτε αναπόφευκτα στερεοτυπικά, με αίματα.
Ανοδική πορεία είναι η λεξιπλασία –
να στολίσουμε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο μόνο με δικές μας λέξεις, φέτος.
Ανοδική πορεία είναι το α’ πληθυντικό πρόσωπο.

[20.9.2008, Den Haag.]

~

Χ. Θ.

Ξέρω τι πρέπει να κάνει κάποιος για να σε τρομάξει –
αυτό είναι εύκολο.

Δεν ξέρω όμως τι πρέπει να κάνω για να σε τρομάξω και να βγάλεις μια κραυγή τρόμου
να φωνάξεις να κουνηθείς να τιναχτείς ψηλά να τρέξεις να χάσεις την ανάσα σου να
να πέσεις κάτω
αντί να σταθείς εκεί και να σωπαίνεις...

Αντί να σταθείς εκεί ακίνητος για λίγο
και να κλείσεις μετά τα παράθυρα,
και λίγο μετά τις κουρτίνες
και τα φώτα
κι ύστερα τα μάτια
πρώτα τό ‘να
έπειτα τ’ άλλο
και να μπεις κάτω απ’ την κουβέρτα
το σεντόνι
να κάνεις ότι κοιμάσαι

και να κοιμηθείς

[22.9.2008, Den Haag.]

Στο Χάρη Θρώγκο, προφανώς.

~

Μιαν άλλη όψη της αποδοχής

Είναι μια υγρή, ζεστή, σκοτεινή τρύπα.
Θα μπορούσε κανείς να την περάσει για την αρχή των πάντων,
για το τέλος του κόσμου,
για το ένα σταθερό σημείο,
για τον ακίνητο χώρο ανάμεσα στους κόσμους,
για

Κανείς δεν θέλει να πάει εκεί
παρά μόνο όταν πια δεν υπάρχει άλλη λύση

μέσα της βουλιάζουν οργισμένες κραυγές, χέρια γαντζωμένα σε μαλλιά,
απέλπισμένες κραυγές, χέρια γαντζωμένα σε λαιμούς, απεγνωσμένες κραυγές,
χρυσοί σταυροί, χρυσοί τρούλοι, χρυσά δόντια, χρυσά σύννεφα
μέσα της όλα ομογενοποιούνται
χωνεύει τα πάντα

μαύρο στόμα, πηγάδι,
μαύρη γλώσσα, πιο μαύρα δόντια,
μαύρο σάλιο

είναι ξαφνικά τόσο γνώριμα εκεί
δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα
δεν μπορείς να κάνεις τίποτα
δεν θέλεις να κάνεις τίποτα
δεν θέλεις να κάνεις
δεν θέλεις
τίποτα

[23.9.2008, Den Haag.]

~

Salome

People die like the night.

In open spaces
they forget
how to count
and who their lovers were.

In serpent-like corridors
they forget
everyone they knew,
whom they used to be
and the ten commandments.

At home
they forget
fresh sheets that smell like lavender
and all about dinner at eight.

Under a crack of her skin
light begins to form.

It leaks out when nobody’s watching
as she twirls and dances.

Relentless, she bends and stretches,
opens her throat and parts her lips for it to pour out freely,
pulls out a whip of eyelashes and light
and fixes her gaze on the moon
until it swells up and combusts.

Let there be light.

[18.10.2008, Den Haag.]

~

Eμμονή

Είναι τρεις η ώρα.

Στην απέναντι πολυκατοικία ένας σκύλος δεμένος έξω στο μπαλκόνι γαυγίζει.

Είναι εκεί απ’ το μεσημέρι, γραντζουνάει το τζάμι και γαυγίζει.

Πού και πού αλλάζει θέση, αλλά δε σταματάει ποτέ.

[9.11.2008, Den Haag.]

~

Μια ακόμα ιστορία
[η ίδια]

Ζούσε κάποτε σ’ ένα χωριό κάτω απ’ τον ουρανό, ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, μια κοπέλα που τη λέγαν Λευκή.

Και σ’ ένα ολόιδιο χωριό κάτω απ’ τη γη,
ζούσε μιαν άλλη κοπέλα, που τη λέγαν Μελανή, και τη φωνάζαν Μέλα.

Τα χωριά μοιράζονταν τον ίδιο ουρανό, τον ίδιο ήλιο και τα ίδια σύννεφα,
κι όλα αυτά ήταν μοναδικά, μα υπήρχαν ταυτόχρονα σε δυο σημεία,
πάνω απ’ τη γη και στο κέντρο της, που ήταν κι αυτό ο ουρανός, τα σύννεφα κι ο ήλιος...

Και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ τα σύννεφα,
ζούσαν θεοί και θεές, και νεράιδες,
και πλάσματα παράξενα με ονόματα που κανείς δεν μπορεί να προφέρει.

Μια μέρα η Λευκή αρρώστησε, και δεν ξανασηκώθηκε απ’ το κρεββάτι.
Μια νύχτα είδε στον ύπνο της πως σ’ ένα χωριό κάτω απ’ τη γη
ζούσε μια κοπέλα που την έλεγαν Μελανή, και τη φώναζαν Μέλα,
και πως αν έπινε το αίμα της καθώς εκείνη ξεψυχούσε,
θα περπατούσε, θ’ άνοιγε τα μάτια της και θα έλαμπε ξανά.

Σύρθηκε λοιπόν ως τον κάτω κόσμο,
και μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι έσκισε το λαιμό της Μελανής,
έκλεισε τ’ αυτιά στο ρόγχο της να μην πληγωθούν,
κατάπιε ζεστό το αίμα της
κι έφυγε τρέχοντας, πετώντας θαρρείς, και λάμποντας σαν αστέρι,
και το μαχαίρι της έπεσε απ’ τα χέρια.

Μα όλοι οι θεοί, ή ένας απ’ τους θεούς, έκριναν πως δεν ήταν η ώρα της Μέλας να πεθάνει.
Ή έτσι ήταν το καπρίτσιο τους.
Ή τό ‘παιξαν στα ζάρια –
εγώ δεν ξέρω γιατί πάνω στα σύννεφα ποτέ δεν ανέβηκα.

Κι έτσι της γεμισαν τα πνευμόνια με λίγο αέρα, λιγάκι,
κι αυτή αρπάχτηκε απ’ αυτόν γερά κι απελπισμένα,
κι ανάσανε,
κι έτσι ανάσαινε σιωπηλά στο κρεββάτι, μα δεν κοιμόταν
κι έκλαιγε που έχασε τα όνειρά της,
μέχρι που άρχισε να περπατάει ξανά, τυφλή, κουτσαίνοντας,
πρώτα σα φάντασμα, τις νύχτες,
κι ύστερα σιγά-σιγά και τη μέρα,
και δειλά-δειλά άρχισε να ξανακοιμάται τη νύχτα,
να ονειρεύεται,
και να λαχταρά ν’ ανέβει στον πάνω κόσμο –
έτσι όπως το λαχταρούσε πάντα.
Κι ήρθε κι αυτής η σειρά να δει όνειρο προφητικό,
πως αν έπινε το αίμα της Λευκής καθώς εκείνη ξεψυχούσε,
θα περπατούσε,
θ’ άνοιγε τα μάτια της και θα έλαμπε ξανά.
Πήγε κουτσαίνοντας λοιπόν μέχρι τον πάνω κόσμο,
και με το ίδιο το μαχαίρι της Λευκής της έσκισε το λαιμό,
κατάπιε ζεστό το αίμα της,
κι έφυγε τρέχοντας προς τα όνειρά της,
λάμποντας όπως κι όσο μπορούσε.

Τι απέγινε η Λευκή δεν ξέρω,
ξέρω μόνο πως όλες οι κόρες του κόσμου είναι σαν τη Λευκή και τη Μέλα,
κάποιες πιο πολύ σαν τη Λευκή, άλλες πιο πολύ σαν τη Μέλα –
για σας που δεν τις έχετε δει ποτέ δεν έχει σημασία.

Όλες οι κόρες του κόσμου είναι σαν τη Λευκή και τη Μέλα,
κάποιες κοιτιούνται στον καθρέφτη, βλέπουν το αίμα και κλαίνε,
κάποιες γυρίζουν το κεφάλι απ’ την άλλη μεριά και ξεχνούν,
αλλά όλες τρέχουν όσο πιο μακρυά μπορούν,
κι όσο πιο δυνατά μπορούν λάμπουν,
ζουν,
και τι λένε γι αυτές οι θεοί δεν ξέρω
γιατί πάνω στα σύννεφα ποτέ δεν ανέβηκα –
μόνο ξέρω πως η Λευκή της Μέλας είναι η Μέλα της Λευκής,
και πως αφού τη Μέλα αγάπησα και παντρεύτηκα κάτω απ’ το φως του ήλιου,
όταν σκέφτομαι το ματωμένο μαχαίρι τη Λευκή θυμάμαι.

[12.11.2008, Den Haag.]

~

Προς όποιον με διαβάζει ακόμα:

Δεν εξαφανίστηκα. Εδώ είμαι. Προχωράω, χτίζω, ζω.

Το υπόλοιπο του 2007

Of specialization

I like to think that it is not sloth;
it is that if I go close enough to a particular rose garden,
or ship,
or city,
or sea,
I will no longer be able to hover above it all.

~

Διάνοιξη

Είναι νύχτα
και μοιάζει κάπως μ’ άλλες ατυχείς νύχτες.
Κάθομαι εδώ
με πιο πολύ ηλεκτρικό φως απ’ όσο θα ήθελα πάνω απ’ το κεφάλι μου
και συλλογίζομαι τις πιθανές μου αντιδράσεις
σε μια νύχτα σαν αυτή.

Δεν φαίνεται να μπορώ ν’ αποφασίσω
αν θα πρέπει να ενδώσω στις αδιαμφισβήτητα γνώριμες κι απατηλές κόκκινες καμπάνες,
ή αν θα πρέπει να νοιώσω μακρύ και δυνατό το λαιμό μου
και να τις διώξω μακρυά, μαζί χρώμα και ήχο, αποφασίζοντας πως αδιαφορώ.

Αν είχα βέβαια ενδώσει,
σίγουρα θα διάβαζες στη θέση αυτού κάποιο άλλο ποίημα,
κι αν είχα όντως αδιαφορήσει δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμμιά τέτοιου είδους μαρτυρία
για μια ακόμα νύχτα απ’ αυτές τις ατυχείς.

Φαίνεται λοιπόν πως αποφάσισα ήδη ν’ ανοίξω μ’ αυτές τις λέξεις ένα δρόμο κάπου στη μέση,
και πως ούτε να κοιμηθώ μπορώ,
ούτε να πάρω τους δρόμους καπνίζοντας όπως μόνο ένας μη-καπνιστής μπορεί
και τραγουδώντας στο φεγγάρι σαν άνθρωπος που ήταν κάποτε λύκος.

~

Τι μου είπε.

Πάψε, πάψε να ονειρεύεσαι.
Έχω ροδόλευκα ευαίσθητα χέρια.
Είσαι βαρειά, ακόμα να το καταλάβεις;
Για ρίξε μια ματιά στον κρύο καθρέφτη...
Όχι, το χρυσάφι δεν είναι βαρύ, είναι μαλακό κι ελαφρύ,
εσύ είσαι σίδερο και μολύβι και πέτρες και χώματα κι υδράργυρος απ’ την άκρη του κόσμου.
Πάψε να κλαίς, άσε με ήσυχο.
Νόμιζες πως δεν μπορώ πια να μη χαϊδεύομαι στα χέρια σου;
Εν τάξει, δεν θα σε ξαναπείσω πως μπορείς να κοιμάσαι με το χαμόγελο στο στόμα,
αλλά κι εσύ πάψε,
πάψε να ονειρεύεσαι.

Αύριο θα μετανοιώσω και θα σου ζητήσω συγγνώμη,
αλλά να μην ονειρευτείς.
Αύριο θα σου ζητήσω το γάργαρο γέλιο σου,
αλλά κοίτα να μην είναι πολύ αληθινό, μη σου ξεφύγει καμμιά αυταπάτη.
Να γίνεις χελώνα –
αυτές κουβαλάνε το σπίτι τους στην πλάτη τους.

[6.11.2007, Den Haag.]

Αισιοδοξία

Μπορώ να φανταστώ τ’ αστέρια στον ουρανό τις νύχτες με τα σύννεφα.
Εσύ;

[23.11.2007, Den Haag.]

Πέρα απ’ το πέρασμα

Ο ύπνος μ’ άρπαξε απ’ τα δάκτυλα των ποδιών
δαγκάνοντας σαν πουλί που μόλις άρχισε να βγάζει δόντια –
σ’ έναν κόσμο όπου όλα τα πτηνά έχουν δόντια,
μια και δυο και τρεις σειρές,
και ξέρουν να μιλούν με στριγκές, βραχνές φωνές.

Με τράβηξε δυνατά κι ύστερα πια δεν ήταν ύπνος,
ήταν μόνο πουλί, κι έπειτα μόνο πελαργός,
κι έπειτα μόνο μεγάλες φτερούγες,
κι έπειτα μόνο λευκό κύμμα
και με ξέβρασε σε μιαν ούτε μικρή ούτε μεγάλη ακτή ενός νησιού
μέσα σ’ ένα απ’ τ’ αλλόκοτα όνειρα μιας απογευματινής σιέστας του Θερβάντες.

Έσταζα θάλασσα στην άμμο κι έβλεπα γύρω μου να ξεφυτρώνουν πατημασιές
σαν άγρια λουλούδια που βιάζονται να γεννηθούν,
παράξενες στο σχήμα και στο βάθος και στον αριθμό των δακτύλων.

Έντεκα βήματα πιο πέρα –
ήξερα πολύ καλά πως ήταν έντεκα –
ένας πελαργός που έμοιαζε γνώριμος βάδιζε νευρικά κρατώντας ένα μεγάλο κλειδί στο χέρι
κι οι ουρές του φράκου του ανέμιζαν απ’ τη φούρια.

Τίποτ’ άλλο δεν ανέμιζε.
Λίγο αργότερα πέρασε απ’ το μυαλό μου η σκέψη πως στο νησί αυτό δεν υπήρχε αέρας,
ή πως σε νησιά σαν κι αυτό δεν υπάρχει αέρας,
ή πως τέτοια νησιά δεν υπάρχουν,
ή κάτι τέτοιο.

Όταν οι πατημασιές άρχισαν ν’ απομακρύνονται τις ακολούθησα
για να βρεθώ πέρα απ’ τη θάλασσα,
πέρα απ’ την άμμο και τους αμμόλοφους που ως τότε δεν αποτελούσαν μέρος του τοπίου,
πέρα,
στον κήπο με τα σπασμένα αγάλματα.

Δεν είδα ούτε έναν ανεμόμυλο.

Είδα τον Έρωτα να κρατά απ’ τα μαλλιά το σμαραγδένιο κεφάλι της Αφροδίτης,
έρημα χέρια από μάρμαρο κι από λάσπη,
μικρές ραγισματιές και χάσματα βαθειά σε χιτώνες και πέπλα,
ξύλινα σπαθιά
κι ένα κρυστάλλινο πέος που γυάλιζε στ’ ακίνητο φως,
ξεκομμένο από τ’ αστραφτερό σώμα κάποιου ξεχασμένου ή κι ανύπαρκτου θεού.

[30.11.2007, Den Haag.]

Μινιατούρες, κι άλλες

Δεν θα μιλήσω για τον ύπνο πάνω στη θάλασσα
και για το πώς με ξύπνησε κύμμα και πικρός αφρός.

~

Έχουμε όνειρα τόσο όμοια που όταν τα βάζουμε αντίκρυ είναι σα να κοιτιούνται σε καθρέφτη.

~

Γι αυτές τις στιγμές το έχω.
Το φυλάω στα χέρια μου και το κοιτώ λιγάκι διστακτικά.

Το κρατώ...
το αναλλοίωτο, το ζεστό, το γερά θεμελιωμένο, το δεμένο,
το γεμάτο μάλλινα κουβάρια και ήχους πέννας που γραντζουνάει το κιτρινωπό χαρτί.

~

Θέλω αυτά,
αυτά που έχω ήδη.


~

Κρίση πανικού

Ο αέρας τελειώνει με ρηχές ανάσες που δε φτάνουν να γεμίσουν τα βάθη
όπου δε φτάνει η λογική.

Η εικόνα θολώνει,
το φως τελειώνει,
οι πεταλούδες της νύχτας νικούν και σκιάζουν τα πάντα εκτός απ’ το φόβο.

~

Απολογισμός

Η έπαρση δεν έχει χτυπήσει την πόρτα ακόμη –
όχι ακόμη.

Δεν θέλω να έρθει η ώρα που θα το κάνει
γιατί θα σηματοδοτήσει προδοσία απ’ την πλευρά της μνήμης μου.

Διαβάζω το αίμα,
νωπό ή ξεραμένο,
και δεν νοιώθω καμμιά περηφάνεια που κολύμπησα μέσα του.

Θυμάμαι πως δεν βγήκα καθαρή,
μόνο ζωντανή,
και πως ούτε καν αυτό δεν ήταν δικό μου κατόρθωμα.

[Τέλη φθινοπώρου, αρχές χειμώνα, Den Haag.]

Κυριακή, Νοέμβριος 04, 2007

Από τα τέλη του Σεπτέμβρη ως σήμερα

No more

Stop bugging me.
I don’t know any stories, I don’t tell stories; anyone can tell better stories than I do.
The only story I know is my own story
and I keep telling it over and over again,
changing names, houses, cities, words, metaphors –
never changing sun or sky.

Go away.
I don’t want to tell breathtaking stories, you see,
nobody’s fascinated by happy endings nowadays.

Leave me be.
I’ve been saving my words for wishes –
I’ve been wishing for a hammock, a Christmas tree, light-thirsty windows and
a pair of eyes fixed enough in mine to call home.

[19.9.2007, Θεσσαλονίκη.]

~

Ite, missa est.

Κόσμε με τα μεγάλα μάτια,
παγιδεύεις φευγαλέες πεταλούδες στις κρεμάμενες κορδέλες σου,
κι άκακες αράχνες στα μαλλιά σου.
Ο καθρέφτης σου δείχνει πάντα το Βορρά,
κι ένα ψηλό κυπαρίσσι στολισμένο κοχύλια·
το μυστικό σου καλειδοσκόπιο δείχνει τα χίλια πρόσωπα της αβύσσου·
ο μεγενθυντικός φακός σου δείχνει μια τρίχα απ’ τα μαλλιά της Χιονάτης
πεσμένη σ’ έναν απ’ τους χωματόδρομους του Παραδείσου.
Μυρίζεις φρέσκια φωτιά και μωρουδιακά φανελάκια.
Έχεις γεύση από κυριακάτικο παγωτό
κι από νύχτες σ’ ένα καζίνο με ζωηρά φώτα, όπου σ’ τα παίρνουν όλα...

Κόσμε με τ’ άγουρα χείλη,
ο ορίζοντάς σου γράφει ένα μεγάλο κύκλο γύρω απ’ τα ρόδα
και τα φιλιά μου,
δένει τις λέξεις που μάταια ως τώρα πόθησα,
τυλίγεται απειλητικά γύρω απ’ τον πύργο που παλεύω να σηκώσω ως το πρόσωπό σου
στερώντας μέτρα απ’ τον κήπο του.

Κόσμε με την ανάσα που αλλάζει χρώματα,
κάποτε θα σου χαρίσω ίσα μ’ εκατό φορές τη γόνιμη στάχτη που κατάπια στην αγκαλιά σου,
ίσα μ’ εκατό φορές πιο πλούσια και λαμπερή,
γεμάτη με λάμψεις από δάκρυα
κι υγρές άκριες από χαμογελαστά χείλη.

Κόσμε που μέσα σου γεννώ,
μες στα δεσμά σου θα πνεύσω λίγη απ’ την πνοή σου –
αυτήν την ίδια που με σπρώχνει να τα σπάσω –
κι άγγελοι και πυγολαμπίδες στάζοντας μελάνη θα πάρουν το δρόμο για τον ουρανό.

[26.9.2007, Den Haag.]

~

Ανακαίνιση

Με παίρνει ο ύπνος μέσα σε στρείδια
και νοιώθω μαργαριτάρι
και μετά φοβάμαι
γιατί μερικές λέξεις πήραν κάποτε χρώματα τρομακτικά
και δεν τις ξαναβάψαμε από τότε.

~

Ερώτηση απ’ τα βάθη και τα χρόνια

Κοιτάζω το πρώτο μας φως
κι αναρωτιέμαι:
τ’ είναι αυτό το φύσημα μου
που με κάνει να θαρρώ πως είμ’ αναλλοίωτη
ενώ παίρνω σχήμα
από χίλια φυσήματα
κι αέρηδες,
από κάτι περασμένες θάλασσες
και κάτι γόνιμες παρεξηγήσεις;

~

Διαπίστωση

Σαν γνήσιος άνθρωπος
θέλω να βάλω χέρι κι εγώ
στο ξόρκι της αλλαγής.

~

Περί ταύτισης

Η μουσική χαμογελά περισσότερο
εκεί ψηλά
όταν θυμίζει εαυτούς
κι αγγιγμένες σκιές.

~

Ευτυχία I

Θέλω να τραβάμε τις ουρές απ’ τους κομήτες
κι αυτοί να μας κυνηγούν.

~

Ευτυχία ΙΙ

Μόνο να μην ξεχνάμε να πίνουμε νερό όσο πετάμε.

~

Εσένα Ι

Εσένα·
γιατι κλαις έτσι όπως κλαις.

~

Εσένα ΙΙ

Εσένα·
και στο δροσερό
και στο ζοφερό
δάσος.

[12.10.2007, Den Haag.]

~

And all the stones I’ve thrown

Πάνω
απ’ το νερό,
κάτω
απ’ τη θάλασσα,
σ’ ένα μέρος όπου κανείς δεν αποφεύγει τον ήλιο,
αφήνω τις αντανακλάσεις του να με τυφλώσουν για λίγο
καθώς με ζεσταίνει.

Πίσω
τ’ αυτοκίνητα δε μ’ ενοχλούν·
είναι κομμάτι των ήχων της φύσης
μας–

και τα φύλλα,
τα φύλλα βρίσκουν μόνα το δρόμο τους
ανάμεσα στ’ άλλα φύλλα.

Δεν είμαι σίγουρη για τη μνήμη,
για την αγάπη.

Θυμάμαι,
αλλά όλα τα φύλλα μοιάζουν μεταξύ τους,

κι ήταν και κάτι στιγμές
όπου όλα φώναζαν
ανάσταση.

Εγώ,
εγώ,
εγώ,
εγώ·

τώρα,
τώρα,
τώρα,
τώρα.

Αλλάζω,
αλλά ζω.


Ζω άλλα.

(Τίτλος από τους στίχους του Friends are evil των Jesu.)


~

Έκπτωτη

Για να κρατήσω δίπλα μου
το φως
σκοτείνιασα τα μάτια μου
ναι μην το σκιάζει που με καίει και με τυφλώνει
και σκιάχτηκα,
κι έγινε αργά τ’ απόγευμα το μεσημέρι,
και νερωμένα κυλούν τα χρώματα
και το κρασί.

~

[ρώτα τη σκόνη]

Λες ότι μπορείς και σου φυσάνε μπουρμπουλήθρες στ’ αυτιά με μακρυά καλάμια μακρυά τρομακτικά δάκτυλα μέχρι να λυγίσεις σαν καλάμι
μου είπαν πως τα καλάμια δε σπάνε
τα δάκτυλα σπάνε
μου είπαν
μου είπαν πως μπορώ
μπορείς
πώς μπορεί κάτι διάφανο να γίνει κόκκινο
πως μπορεί κάτι διάφανο να γίνει κόκκινο
κόκκινο
διάφανο
κόκκινο
κόκκινο
λες ότι μπορείς
και γίνεται κόκκινο
κόκκινο
αλλάζεις
αλλά ζεις
ζεις άλλα–

(Έμπνευση και τίτλος από το «ρώτα τη σκόνη» του Γ. Ρίκου.)


[14.10.2007, Den Haag.]

~

Ο έρωτάς του

Χείλη γεμάτα κι απαλά φυσούν,
σερπαντίνες πετούν,
ανοίγουν με την ανάσα.

Είναι μια ανάσα ντυμένη κορίτσι,
ντυμένη γιορτή,
κλείνει το μάτι και μου γνέφει ν’ ακολουθήσω,
τρέχει ανάμεσα σε καθρέφτες που τ’ αλλάζουν όλα,
τρέχει και καμμιά φορά παραπατά στο φόρεμά της,
τρέχει και την ακολουθώ.

Γνέφει σιωπή με το δάκτυλο
μέσα στους χίλιους ήχους,
σωπαίνω και την ακολουθώ,
και τρέχει,
και μου κρύβεται καμώνοντας πως φοβάται,
μα στ’ αλήθεια φοβάται,
για να μου φανερωθεί μ’ ένα γέλιο
πίσω από κάποια κουρτίνα.

Κι όταν κουραστώ να τρέχω σταματώ,
γλιστρώ στο γυαλισμένο πάτωμα και σωριάζομαι,
κοιτώ τα γύψινα λουλούδια στο ταβάνι
και τις άκρες των μαλλιών μου που γίνονται σερπαντίνες,
κι όταν κουραστώ να σωπαίνω φωνάζω τ’ όνομά της
και δεν μπορεί να μ’ αρνηθεί
και τρέχει πάνω μου εκείνη,
η σιωπηλή με τη μάσκα,
η φασαριόζικη με τα γέλια,
η γιορτή,
η γιορτή που ανοίγει με την ανάσα.

[26.10.2007, Den Haag.]

~

Fabio Bonizzoni

Ταπ ταπ,
ταπ·
τα παπούτσια του γυαλίζουν
λιγάκι
κολακεύοντας το πάτωμα.
Αν γυάλιζαν πολύ,
θα μιλούσε λίγο πιο δυνατά
και το ρολόι του δε θά ‘χε καφετί δερμάτινο λουράκι.

Κάποτε,
στα μάτια κάποιας ή κάποιου,
το φως τον άγγιξε με τρόπο ασύγκριτο
κι οι σκιές ακολούθησαν.
Το πόδι του που τώρα δα χαϊδολογιέται με την καρέκλα
συνδέθηκε κάπως με κάτι αρχέγονο –
οτιδήποτε –
και τα χέρια του –
είμαι σίγουρη για τα χέρια του –
έγιναν σύμβολα μυστικά για κάτι ανείπωτο.

(Γραμμένο για τον Fabio Bonizzoni,
ε, προφανώς δηλαδή, έναν πολύ καλό τσεμπαλίστα, δάσκαλο του Ορφέα ή Ιάσονα Μαρμαρά.)

~

Now

Give me glittering trumpets
and ornate smoke.
Give me steaming waterfalls,
pulsing rocks and seagulls afraid of the sun.
Give me those who are yet lost.
Give me fingers black with tears and mascara,
and roses that were meant for someone else.
Give me labyrinths
and no thread, or breadcrumbs, or echoes.

Now that I have been saved,
give me the world’s ashes
and I will make them glow.

[30.10.2007, Den Haag.]

~

(Είμαι στη Χάγη, και θα είμαι εδώ μέχρι και το Δεκέμβριο. Είμαι ευτυχής. Όχι άλλα τρίτα πορτραίτα. Τ' αβάσταχτο ανατράπηκε για τα καλά, όπως ίσως καταλάβατε από ένα μεγάλο ποσοστό του Do.Po.Wri.Mo. Ίσως και νά 'χατε καταλάβει πως είναι στο δρόμο για την ανατροπή ακόμα από τις πρώτες ελπίδες [αμέσως μετά απ' τ' αβάσταχτο], ή από τις άκριες απ' το τραγούδι της εξόριστης και τα υπόλοιπα του προηγούμενου ταξιδιού στη Χάγη.)

Κυριακή, Σεπτέμβριος 16, 2007

Do.Po.Wri.Mo. 21 Ιουνίου - 21 Ιουλίου 2007 : Ποιήματα 16-20 Ιουλίου [και ό,τι έχω γράψει από τότε ως τώρα]

[Ημέρα 26η]

Ένα απ’ τα λευκά λουλούδια
[ή νήματα]

Το λένε φούλια
τ’ ανάμεσο του γιασεμιού και τ’ αγιοκλήματος.

Το λένε φούλια·
είναι καιρός για ονόματα λουλουδιών τώρα,
να, τώρα που φυσάει κι αυτό το γλυκό αεράκι,
τώρα που μας κάνουν για ερωτευμένους σ’ ανθισμένες βεράντες –
όλες οι βεράντες είν’ η βεράντα στη Βερόνα –
κι είμαστε,
είμαστε,
σιωπή,
σιωπή,
τώρα σιωπή, Σειρήνες.

~

Στο φως

Κοιμήθηκα στ’ ανάμεσο του γιασεμιού και τ’ αγιοκλήματος
κι ήτανε και μια κόρη εκεί στο προσκεφάλι μου,
ωραία κι αγνή,
κι αμίλητη
σαν τις ασημοπρόσωπες τις διαλεχτές του Κλήδονα.

Νότες των αρωμάτων έντυναν κάθε καινούρια ανάσα μου,
κι η μαγεμένη κόρη έπλεκε πλεξούδα τα μαλλιά μου
με τ’ αστραφτερά δικά της.

Έμεινα εκεί,
μια μ’ ανοικτά μια με κλειστά τα μάτια να κοιτώ,
να προσπαθώ να ξεχωρίσω μυρωδιές
και χρώματα λουσμένα ασήμι σεληνιακό,
να προσπαθώ ν’ ακούσω τους αργούς και σιγανούς παλμούς της.

Κι ύστερα πήρε ο χρυσός να κρύβει τ’ ασημοστολίσματα
και ξύπνησα –
στην αγκαλιά του ξύπνησα,
πλεγμένα με τις ηλιαχτίδες τ’ ακατάστατα μαλλιά μου.

Ξύπνησα.
Όπου ‘χει ασήμι τ’ όνειρο που με συντρόφευσε τη νύχτα αυτή,
έχει χρυσό η αλήθεια μου.

[Ο ουρανός πού ‘χει φανερωθεί στα μάτια τα δικά μου
είν’ την ευγνωμοσύνη π’ αγαπά.]


[Ημέρα 27η και 28η]

Λίστα για το καλοκαίρι

i. Να κάνω τσουλήθρα στις ρίγες απ’ τα μπλουζάκια σου
όσο δε θα τα φοράς
και να βουτήξω στη θάλασσα.

ii. Να πάρουμε την απόχη
και να μην πιάσουμε πεταλούδες –
να τις κοιτάμε μόνο.

iii. Να μάθουμε τα τραγούδια
που σφυρίζει ο αέρας στους βράχους
για να τα τραγουδάμε το χειμώνα.

iv. Να χτίσουμε μια μικρογραφία αίσιου τέλους
στην άμμο.

v. Να μετράμε τα σινιάλα του φάρου
και να ονομάζουμε αδέσποτες γάτες και σκύλους
με ονόματα που δεν θα σκεφτόταν κανείς άλλος.

vi. Να στριφογυρνάμε στα λινά σεντόνια
κι αυτά να τρίζουν.

~

Φαντασιώσεις
[μερικές ακόμα]

Ι.

Αποζητώ
εκείνες τις στιγμές
που η εκπλήρωση του να
είμαι
ένα τυφλό ζωάκι
που ξεδιψά στις χούφτες σου
δεν περικλείει
ίχνος φόβου.

ΙΙ.

Μου γνέφεις·
χαμηλώνω.

Τώρα είμαι ένα ανοιχτό λουλούδι,
ένα άλικο στόμα
ανθισμένο γύρω απ’ το μεγαλείο σου.

ΙΙΙ.

Στέκομαι πίσω απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα.

Οι αναλαμπές απ’ τις φλόγες σου
ντύνουν σημασία
το κορμί που αναλώνεται σ’ αυτές –
γίνονται ο μανδύας που ποτέ δεν είχε –
και βάφουν χρυσό το πρόσωπό μου
μεσ’ απ’ τη χαραμάδα.

Συγχέω αυτή τη χαραμάδα
με τη χαραμάδα που κοιτάζει στο φως
πέρα απ’ τις πύλες του Παραδείσου.

(Δεν τα κατάφερα να φτάσω τις 30 μέρες. Τελείωσα το Do.Po.Wri.Mo. με τέσσερα λιγότερα ποιήματα. Ελπίζω να με συγχωρείτε. Εγώ με συγχώρεσα, και... μου έδωσα άδεια. Δεν θα κάνω σύντομα άλλον μαραθώνιο παραγωγικότητας, δεν νομίζω πως έγκειται εκεί πια κανένα πρόβλημα. Θα εστιάσω αλλού - ή και απλώς πουθενά.)



[Ιούλιος]

Regeneration

Είν’ οι φορές
που με κάνεις αθάνατη,
κι είναι κι οι άλλες φορές,
αυτές που είμαι αθάνατη
για να μου τρυπάς τα πλευρά
με παγερές τρίαινες,
για να μου τρυπάς την κοιλιά
με σκληρά δάκτυλα,
για να με ματώνεις
και ν’ ανασταίνομαι,
και να νοιώθω πως εσύ, εσύ μ’ ανέστησες,
και πάλι απ’ την αρχή.

~

Κόκκινη πανσέληνος

Εμένα το φεγγάρι μού ξεγλιστρά,
με δένει με σχοινιά και με τραβά όπου δείχνει το αίμα.

Ήθελα τα δικά σου δάκτυλα να μου το κατεβάσουν,
να το μερέψουν,
να μη μ’ ορίζει πια –
μόνο ‘σύ να μ’ ορίζεις –
κι έπειτα να το κλείσω μες στο στόμα
και να φυσήξω δυνατά πυγολαμπίδες,
να σκορπίσει πέρα η νύχτα.

Ήθελα και δεν έβρισκα –
κι αντί για σένα μ’ απαντούσαν ψεύτικες φωνές
και με παραπλανούσαν.

Κι ύστερα σ’ έψαξα στον ύπνο που ήρθε δύσκολα
και δε σε βρήκα,
και πήγα να σ’ αναζητήσω στα έγκατα της γης,
στα νήματα των αργαλειών
και στα φταιξίματά μου.


[Αύγουστος]

Black Hawk Down

Καθ’ ένας
με μερικές τρεμάμενες λέξεις
φορτωμένες στις τελευταίες ανάσες του.

Αν κάποιος τις ανακάτευε και τραβούσε κάποιες σαν κλήρο
από ένα πεσμένο κράνος
για να τις φυσήξει σε κάποια απ’ τα χείλη που ξεμακραίνουν
δεν θα πήγαιναν χαμένες –
μοιάζουν όλες,
ίδιες όλες,
όλες τρεμάμενες,
όλες οι τελευταίες
αγκαλιάζουν το οικείο.

Μόνο τα παιδιά,
μόνο τ’ ασυλλόγιστα παιδιά σκοτώνουν
κι όλοι είναι παιδιά σαν σβήνει το φως.

(Για την ομώνυμη ταινία.)


~

Εικασίες

Νομίζω
πως μια στις τόσες πεταλούδες
παίρνει αυτό που λαχταρά –
χωρίς κρυφές παγίδες,
χωρίς αιφνίδια τέλη παραδομένα στις φλόγες.

Νομίζω πως
κάπου εκεί, στο κέντρο του φωτός,
υπάρχει ένα επιεικές σημείο,
ένας ήσυχος, ήσυχος ύπνος...
ένα μάτι σαν αυτό του κυκλώνα,
ένα μάτι χρυσό μ’ έναν απόηχο του πράσινου,
ένα ακίνητο μεσημέρι μερωμένο απ’ τα φύλλα των δέντρων.

Νομίζω πως ίσως,
ίσως να χωρά εκεί η σκιά μου.

~

The Donnadio

Τίποτα δεν αγάπησα περισσότερο απ’ το λαμπερό πάτημα του μετέωρου ποδιού του μαθητή
στο επόμενο σκαλί προς τον όποιον ήλιο,
απ’την ώρα που η προοπτική της επίτευξής του ξεπροβάλλει σπιθίζοντας
ανάμεσα σε δάκτυλα που αγγίζονται αληθινά –
ερωτευμένα, θαρρώ –
κάπου μέσα στις σπείρες του κόσμου.

Τίποτα δεν αγάπησα περισσότερο απ’ τους ανθρώπους.

(Για τον Νίκο Σπανό, τη διαδικασία της μάθησης, και κάθε χαρισματικό δάσκαλο.)


~

Εκπλήρωση

To μελάνι μου
μπορεί όλο κι όλο δρόμο ν’ ανοίγει
για να περάσει το φως.

~

Περί ετεροπροσδιορισμού

Ζώντας ανάμεσα σε πουλιά
πρωτοθέλησα να πετάξω.


[Σεπτέμβριος]

Το τέλος του τέλους του κόσμου

Έχω την αίσθηση πως δεν μπορώ πια να φέρω το τέλος του κόσμου
με μια σύσπαση του προσώπου –
ούτε καν για μένα –
πως δεν τελειώνει πια έτσι εύκολα ο κόσμος,
πως καταφέρνει και συνεχίζει,
πάντα συνεχίζει,
ακόμα κι αν είναι μόνο μέσα στην ιδρωμένη παλάμη μου,
στους δείχτες απ’ τ’ ανύπαρκτο ρολόι μου που το λένε Τοκκάτα
και στις φαινομενικά αυτάρκεις εκρήξεις μου που μ’ αφήνουν μακάρια άδεια
κάτω από σεντόνια ή παπλώματα,
ανεξαρτήτως καιρού.

Δεν μπορώ πια να σημάνω τις καμπάνες,
να κάνω μαύρο σαν την άβυσσο τον ουρανό
και να τον σκίζω με φλόγες –
τέτοιον τρόμο δεν [θέλω να] προστάζω πια.

~

Εκμυστήρευση

Πάμε σε μιαν άκρη,
πάμε σε μιαν ήσυχη άκρη χωρίς πολλά-πολλά χρώματα δικά της,
θέλω να σου μιλήσω κάπου που τα μάτια σου να μην κοιτούν εδώ κι εκεί,
κάπου που να μην έχει τίποτα να σ’ αποσπάσει –
να μ’ ακούσεις καλά θέλω
και να μ’ ακούσεις φοβάμαι...

Έχω δρόμο μπροστά μου για τη γιατρειά.

Στο μυαλό μου κυλούν κορίτσια που δεν υπήρξαν ποτέ,
κορίτσια με χρυσά χαμόγελα και λευκά δόντια,
με γάργαρα μαλλιά και πεταλούδες,
μ’ ελαφρυές ανάσες και με μαγικά ραβδιά.

Στον ύπνο μου έρχονται και κυμματίζουν,
έρχονται κι είναι γέλια μεγάλα κι ανοιχτά,
είναι τα κορίτσια των βιβλίων,
τα κορίτσια με τα λουλούδια στα μάτια,
με τα ροζ κοκκαλάκια·
τα κορίτσια που κοιμούνται στους κοιτώνες
και ξενυχτούν μ’ ανώδυνα φιλιά που μόνο σα φαντασίες τους υγραίνουν τα χείλη,
τα κορίτσια με τα λυγερά σώματα
που δεν τ’ αγγίζει κανείς.

Κάθονται πάνω στο στέρνο μου
και φλυαρούν·
οι φωνές τους θροΐζουν στο πάτωμα,
τα νυχτικά τους,
φύλλα θροΐζουν στο δέντρο με το ξύλινο σπιτάκι
που τους έχουν χτίσει βασιλιάδες για να παίρνουν τσάι
κεντώντας γέλια, γέλια...

Έρχονται τα γλυκά κορίτσια που δεν αγαπούν,
και χορεύουν στην κοιλιά μου,
έρχονται τα κορίτσια που δεν αγαπούν
κι η απαλή σάρκα των ποδιών τους
μου σχίζει με γέλια και λάμψεις τα σωθικά.

~

Κυριακή, Σεπτέμβριος 09, 2007

Do.Po.Wri.Mo. 21 Ιουνίου - 21 Ιουλίου 2007 : Ποιήματα 11-15 Ιουλίου

[Ημέρα 21η]

Συγγνώμη

Δεν είχαμε λευκά σεντόνια –
δεν είχαμε για παράνυμφους εκατό πανώρια άλμπατρος
να μας δροσίζουν με τις φτερούγες τους
και να μας πάνε ψηλά,
πιο ψηλά…

Μα αυτό ήταν χτες,
τότε,
τώρα έχω αργαλειό,
τώρα έχουμε,
έχουμε,
μπορούν και τ’ αγόρια να υφάνουν –
μήπως και τα κορίτσια δεν ιππεύουν;

Έλα,
θα σου μάθω να φτιάνεις στρωσίδια και σκεπάσματα
ιπτάμενα,
θα σου δείξω χιλιάδες νήματα
νά ‘χεις να διαλέγεις –
λευκά όλα τους,
το καθ’ ένα τους ένα διαφορετικό λευκό.

~

Χρονισμός

Κάθε μέρα ξημερώνει.

Μια απ’ αυτές τις μέρες, λοιπόν,
θα ξυπνήσουμε αρκετά νωρίς
και θα δούμε τη χαραυγή –

ή απλά ο ήλιος θα μας χαϊδέψει ταυτόχρονα
τα βλέφαρα
και θα ξυπνήσουμε αγκαλιά στο φως.


[Ημέρα 22η]

Είθε να κάνουμε μαζί
τον κύκλο

Ευωδιάζεις
ζεστές νύχτες μιας εποχής που ήταν
και που ίσως ξανάρθει.

Φέρνεις μαζί σου
παράλογα
οικείους ψιθύρους
από τα μπροστινά καθίσματα
του αυτοκινήτου –
ψιθύρους ακατανόητους σχεδόν
μα τόσο, τόσο γνώριμους,
ψιθύρους που ακούγονται λίγο πριν τον ύπνο,
εκεί, στο ευάλωτο
μεταίχμιο
που παίρνει όλα τα σχήματα,
χρόνια πριν
ή και χρόνια μετά...

~

Όχι μόνο μαύρο και κόκκινο

Τ’ αυγουστιάκο κρασί
χύνεται στο χώμα.

[Γεννήσαμε όμορφα μαχαίρια
με κοφτερά ονόματα,
δε νομίζεις;]

Ο νους μου καλπάζει
και το κορμί μου λικνίζεται μαζί του.

Διασχίζουμε τα καυτά πλακάκια,
την καυτή άμμο,
τα καυτά βράχια,
και καταλήγουμε στο βότσαλο σκαλισμένο σταυρό
που ιδρώνει στο χρισμένο χέρι σου.


[Ημέρα 23η]

Ναυάγιο στην ακροθαλασσιά μιας νύχτας

Κάποιος πέταξε στο νερό
σωσίβια·
ένας άλλος φυσούσε νευρικά τον καπνό του
όπως πάντα,
και μουρμούριζε πως έτσι κι αλλοιώς
δεν θα τη γλυτώσει κανείς.

Εσύ αγαπούσες τις φράουλες·
όχι για τη γεύση τους,
μόνο για τις δροσοσταλίδες πάνω τους,
και για το θελκτικό τους χρώμα.

Τους τις πετούσες μία-μία
και μόνη η λαχτάρα
έβαφε τις γλώσσες τους κόκκινες
και καθιστούσε τα σωσίβια
παλιά, παρατημένα παιχνίδια.

Ώρα να σβήσω το κερί.

~

Το μωβ που υποφέρει

Πέρασες
από τον κήπο με τις βιολέττες
κι είδες και κάποιες μαραμένες –
συγγνώμη,

δεν μπορώ ν’ αναιρέσω
την εντροπία,

δεν μπορώ να λευκάνω
κάθε μελανό σημείο,
κάποτε και τα δάκτυλα
θα κοιμηθούν,
κι αυτά
κάποτε.

[Πάντως τελευταίες
θα μείνουν οι λέξεις.]


[Ημέρα 24η]

Η κυρά του σπιτιού με το φως

Είναι μια ψυχή
μέσα στο χρώμα των τοίχων,
μέσα στους πόρους απ’ το ξύλο της ναρνιανής ντουλάπας
και στ’ αστραφτερό του καθρέφτη.

Έχει βρει καταφύγιο
στη μυρωδιά των βιβλίων –
όλα υπογεγραμμένα,
λίγα άκοπα ακόμα –
στις ευφάνταστες κουρτίνες,
στα τραπέζια από μάρμαρο
και νοσταλγία,
στις φωτογραφίες ενός μικρού αγοριού
και στην ήρεμη σκόνη
στο πάτωμα.

(Αφιερωμένο στην Έλλη Μαρμαρά.)


~

Μοναξιαρχία

Έφεραν στη Βασίλισσα
μερικές σιωπές ακόμα.

Το συνηθίζουν τις ημέρες των γιορτών –
έτσι γεννήθηκε και το έθιμο
των βουβών πυροτεχνημάτων
που σχίζουν τον ουρανό
κάθε φορά τόσα όσα και τα χρόνια της,
κάθε χρόνο την ίδια, ολόιδια μέρα.


[Ημέρα 25η]

Η φωνή των κεκτημένων

Δεν έχω να σου απευθύνω κάτι –
μ’ έχεις δει να κοιμάμαι
με γυμνά χέρια,
κι ακόμα
μ’ έχεις πνίξει
εκεί
στον ύπνο.

Γνωρίζεις καλά
τη μυρωδιά απ’ τα παρακάλια μου,
γνωρίζεις τις αρμονικές
των νυσταγμένων μου εξομολογήσεων,
τα ονόματα με τα μικρά χεράκια
που βασανίζουν τα όνειρά μου
και την πεισματική μου πίστη
πως θα δω τον ήλιο
κάθε επόμενο πρωί.

~

Παύση

Ένα νανούρισμα θέλω –
ξέρεις κανένα;

Ένα νανούρισμα για μένα.

Να μου το τραγουδήσεις θέλω,
να με κοιμίσεις,
εσύ, εσύ να με κοιμίσεις –
να προλάβεις τα μάτια μου που κλείνουν πια.

~

[Η πρότελευταία δόση του Do.Po.Wri.Mo. - άλλη μια Κυριακή και τελειώσαμε.]

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 05, 2007

Do.Po.Wri.Mo. 21 Ιουνίου - 21 Ιουλίου 2007 : Ποιήματα 6-10 Ιουλίου

[Ημέρα 16η]

Άγρια των άστρων μουσική

Δεν κοιμάμαι·
τα πόδια μου καίνε.

Μόλις επέστρεψα από μιαν άγρια γιορτή,
μια σκοτεινή λειτουργία
με φόντο τα προαιώνια άστρα –
ένα συνοθύλευμα νυχτερινών χάλκινων στιγμών
που προκαλούσαν την αήττητη εντροπία.

~

Ακούω την αγάπη

Απόκαμα ανάμεσα στα πόδια,
πάνω στο χώμα –
έπεσα.

Γύρω μου τα σώματα οικεία,
ζεστός κλοιός,
ζεστό καλοκαίρι,
αιώρες που κρέμονται απ’ άστρο σ’ άστρο.

Κοιμήθηκα·
ευχαριστώ.

Δεν με ποδοπάτησε κανείς.

(Τα ποιήματα αυτής της μέρας σχετίζονται με τη συναυλία του Αγγελάκα στο Gagarin Open Air Festival στον Άγιο Κοσμά, όπως θα έχετε μάλλον καταλάβει ήδη.)


[Ημέρα 17η]

Σαν παραμύθι

Είναι μια κόρη σ’ έναν πύργο ψηλό,
μια κόρη έβενο ντυμένη,
που έχει τον ήλιο δέκα χρόνια να δει,
και τίποτα δεν περιμένει.

Έχει σχεδόν ξεχάσει πως κάποτε, μακρυά
σκαρφάλωνε στα πιο ψηλά των δέντρων μέρη
μονάχα για να πιάσουνε κουβέντα ψιλή
κάθε ζεστό, φωτεινό μεσημέρι...

Τον πύργο τον τυλίγει σύγνεφο κακό,
μαύρο σαν του φραγμένου πηγαδιού τα ζοφερά παλάτια
κι όχι σαν και τη νύχτα με τις μυρωδιές
και τα μυριάδες άστρα για μάτια.

Να κοιμηθεί σαν πλαγιάζει δαιμόνια ξυπνούν
και ταλανίζουν το λιγνό κορμί της,
και κάθε που ξυπνά στέκεται στο παράθυρο
κι αυτό το μαύρο τίποτα αγριεύει μαζί της.

Μας μοίραναν οι μοίρες λέει μαζί,
μα εγώ ψυχανεμίζομαι τη μέρα να χαράζει,
κι εκείνη ατενίζει στα τυφλά τη σιωπή
κι όλο και πιο βαθειά ο κόρφος της ρημάζει.

~

Ραψωδία

Το ξέρω, ξέρω,
ήταν ερημιά μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι,
πυρηνικός χειμώνας,
ψηλάφισμα στο χιόνι με καμμένα δάκτυλα,
μάτια τυφλά μαυρισμένα απ’ την έκρηξη.

Και τώρα δεν τ’ ανοίγεις πια
τα μάτια,
κάθε φως είναι
γεννήτορας ασφυκτικής σιωπής·
και τα χείλη
κι αυτά σφιγμένα,
μια γραμμή,
μια ίσια γραμμή
παράλληλη του φόβου.

(Τα ποιήματα αυτής της μέρας είναι γραμμένα για τη Ραψωδία, και αφιερωμένα σ' αυτήν. Το πρώτο είναι απόπειρα με μέτρο και ομοιοκαταληξία, όπως βλέπετε. Απεχθάνομαι αυτού του είδους το μέτρο και αυτού του είδους την ομοιοκαταληξία στα ελληνικά, ειδικά όταν τα γράφω εγώ.)



[Ημέρα 18η]

Μανδύες

Στροβιλίζονται
ξέφρενα
γύρω μου,
σέρνονται
γύρω απ’ τα πόδια μου,
με τυλίγουν
σαν καταδικά μου
κουκκούλια
ή σαν φριχτοί ιστοί αράχνης,
ή και σαν χέρια
μανδύες,
μανδύες στα βασιλικά χρώματα,
παραπετάσματα φωτιάς
ή ουρανού,
ή χλοερής ζώσας γης –
καταρράχτες από ήλιο,
ρυάκια από δέκα μικρά φεγγάρια,
από δέκα μικρά γιασεμιά,
από δέκα μικρά
περιστέρια,
δέκα λειωμένα μεσημέρια...

Ξέφρενα
αγγίζω,
ξέφρενα
αγγίζονται τα ελεύθερα χέρια –
δεν θα παραπατήσω τυλιγμένη ήλιο,
δεν θα σωριαστώ,
δεν θα βουλιάξω μόνη
στις ψιθυριστές
στενάζουσες βιολέττες
του δικού μου.

~

Σιωπηλή γνώση

Κι όμως
δεν ανήκεις για πάντα στο χάος.

Μόνο οι φόβοι σου ανήκουν εκεί.


[Ημέρα 19η]

Δυο πιθανές εκβάσεις της τέταρτης εξομολόγησης
[που δεν ήρθε ακόμα]

I

Χίλιες χιλιάδες σελίδες
από μαλακό κιτρινωπό χαρτί
γεμάτες μεσημέρια
και χαμογελαστές διαθλάσεις
ακουμπούν η μια στην άλλη
και φτάνουν το φεγγάρι.

Το φιλούν στα χείλη
του νοητού ασημένιου του προσώπου
κι έπειτα αφήνονται στον αέρα
άφοβες
να χορεύουν ως την πρώτη ανατολή.

II

Σ’ έναν άλλο κόσμο
ο χορός τους ταράσσεται από τον ήχο ενός πυροβολισμού.

Ο κυνηγός της νύχτας αστοχεί –
μόνο μια φορά.

Ο αέρας μυρίζει κόκκινο
κι η σελίδα με τις ομορφότερες λέξεις
ματώνει το χώμα.

~

Λευκή αναμονή

Οι γλάροι είναι πάντα μεγαλύτεροι απ’ ό,τι τους περιμένουμε·
κι ομορφότεροι.

Θυμάμαι τους ήχους τους
και τους συγχέω με τον ήλιο του κόσμου.

Καμμιά φορά
το φως στα μάτια σου είναι τόσο δυνατό
που νομίζω πως ξημέρωσε.

Όχι ακόμα.


[Ημέρα 20η]

Ναι, [έρωτας].

Μεταλάβαμε
το μαγεμένο νερό
απ’ το δρόμο του ολόγιομου φεγγαριού
και μας ξελόγιασε,
μας γέμισε τα μάτια αντανακλάσεις
κι αλμυρούς κρυστάλλους
που αντιφέγγιζαν άστρα κι ουρανό,
κι άμμο,
και κοράλια,
και νότες,
νότες, Θεέ μου,
και φοβισμένους ηδονικούς ψιθύρους
για το κατ’ εικόνα
κι ιδίως για το καθ’ ομοίωσιν...

«Θαλασσόνερο»,
είπες,
κι είπε
«Και τώρα;»
κι εγώ
γυμνώθηκα αλλοπαρμένη
και κολυμπώ στο ασήμι
ανασαίνοντας όσο λιγότερο μπορώ.

~

Στα ύψη [των συννέφων]

Δεν έχει σκάλες
να κατεβαίνουν απο ‘δώ.

Έχει μόνο πάνω,
κι άλλο,
κι άλλα χρώματα,
κι άλλους ουρανούς,
κι άλλον αέρα –

έχει ή πιο πάνω,
ή τη μάταιη βουτιά στο κενό.

~

[Τελικά δεν τα κατάφερα να ανεβάζω πενθήμερα κάθε Κυριακή. Θα βάλω τις δυο τελευταίες δόσεις τις δύο επόμενες Κυριακές, όμως. Bear with me.]

Κυριακή, Αύγουστος 12, 2007

Do.Po.Wri.Mo. 21 Ιουνίου - 21 Ιουλίου 2007 : Ποιήματα 1-5 Ιουλίου

[Ημέρα 11η.]

Sanctum

Τα ρόδα έκλαψαν αρκετά για τ’ αγκάθια τους,
πήραν τις ρίζες τους
και μετακόμισαν σ’ ένα βάλτο πιο πέρα.

Ακόμα περιμένω·
περιμένω τη μέρα –
όχι τη νύχτα, αυτή ήταν πάντα δικιά μου –
που θα γεννηθεί η Μαντόννα της Λάσπης,
τη μέρα που ο βάλτος θα γίνει ναός,
περιμένω να φυτρώσουν άγια δισκοπότηρα νούφαρα
και να επιπλεύσουν αναίσχυντα και πάναγνα γεμάτα εξόριστο φως.

~

Αδαμαντορύχος

Απ’ το να σκάβω
και να σκαλίζω ανάμεσα σε χώματα,
ρίζες,
ακαθαρσίες
και πιο βαθειά,
γέμισα μαύρο κάτω απ’ τα νύχια.

Πού και πού βέβαια
ξεθάβω διαμάντια,
ακαθορίστου σχήματος σκληρές αλήθειες,
όμως φοβάμαι μήπως μ’ εγκαταλείψουν
τρυπώντας τις φαρδυές τσέπες μου,
μήπως σπάσω τα δόντια μου πάνω τους,
μήπως κουβαλούν αρχαίες κατάρες,
ή μήπως απλά
δεν είναι ποτέ αρκετές.


[Ημέρα 12η.]

Après moi le deluge

Μια φορά το χρόνο
ερχόταν

και της επέτρεπε
να του φιλά τα πόδια
και τα χέρια,
προπαντός τα χέρια,
τα δάκτυλα
ένα-ένα,
τη μέσα μεριά απ’ όλες τις κλειδώσεις,
και τα βλέφαρα.

Έπειτα της χάριζε την ευκαιρία
να δείξει την ευγνωμοσύνη της
σκυφτή.

Κάποιες φορές,
όταν το επέλεγε,
την έκανε δικιά του
στο κρεββάτι το στρωμένο ρόδα
κι αγκάθια,
προπαντός αγκάθια,
κι αυτή ψιθύριζε προσευχές,
εκστατικές προφητείες,
ικεσίες,
άναρθρες εξομολογήσεις
κι ακατάληπτο φως.

~

Περί αντοχής

Είμαι κι εγώ
μια εύθραυστη μπαλλαρίνα
όμως δεν με πιστεύει
κανείς.

Μου εξαρθρώνουν τα άκρα
και φτιάχνουν σχήματα με το σώμα μου
στο γυαλισμένο ξύλινο πάτωμα,
κι εγώ ουρλιάζω
και κλαίω,
αλλά μου λεν πως είμαι ευλύγιστη,
δεν σπάω,
λυγίζουν τόσο τα πόδια
και τα χέρια μου,
αντέχω
ουρλιάζοντας,
κλαίγοντας –
αν δεν άντεχα θα είχα λέει άλλο πρόσωπο,
άλλα μαλλιά,
άλλο σώμα,
θα είχα λιποθυμήσει απ’ τον πόνο
ή δεν θά ‘χα πατήσει ποτέ σ’ αυτό το ξύλινο πάτωμα.


[Ημέρα 13η.]

Συναθροίσεις στο τέλος του δρόμου

Ξέρω πως σ’ ένα μικρό χωλ
εκεί που τελειώνει η Λένορμαν
εκπέμπει αδιάληπτα ένα παλιό ραδιόφωνο
δίπλα σ’ ένα πορτατίφ
που διεκδικεί κι αυτό
τη θέση του στο αέναο.

Κάθε κάποτε
μαζεύονται εκεί μερικοί τραγικοί ήρωες
κι ακούν τη μουσική
απ’ την αυλή του Βασιλιά Ιανού
άοπλοι και σιωπηλοί.

Οι καμέλιες δεν κουράζονται ποτέ να τραγουδούν·
έχει ξημερώσει χίλιες φορές από χτες.

~

Την ενδεκάτη ημέρα

Σήμερα
είσαι γυναίκα·
λεπτή,
χαμένη μέσα σε λευκό ανδρικό πουκάμισο
και μαύρο φαρδύ παντελόνι,
χλωμή,
ξανθή,
με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια.

Καπνίζεις έμμονα·
βρέχει.

Δεν καταλαβαίνεις
σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύει
μια ομπρέλλα.

Τα κοντά μαλλιά σου είναι πάντα ακατάστατα,
κι η ευγενής προφορά σου πάντα τ’ αντίθετο απ’ αυτό.

Σήμερα
η τέλεια μοναξιά σου
μου εξασφαλίζει
την τέλεια απώλεια.

Ξαπλώνω στο πάτωμα του γραφείου σου
και μαζεύω σκόνες
και στάχτες.

Ξέρω, αγαπάς τις βιολέττες –
όμως δεν θά θελες νά ‘χεις ποτέ κήπο.


[Ημέρα 14η.]

Η νύμφη
[σ’ έναν άλλο κόσμο]

Όταν πια έπεσε δροσερή η νύχτα
τα μαλλιά της είχαν ανθίσει
αλλά το σκοτάδι
που ήταν πάντα επιεικές με το φαίνεσθαι
συνομωτούσε εναντίον της
αυτή τη φορά.

Μόνο η μυρωδιά πρόδιδε
την ύπαρξη των ολοπόρφυρων ανθών
μέσα στο χαλκό των μαλλιών της
και στο τρυφερό πράσινο των μίσχων και των φύλλων.

Κρίμα που σ’ αυτή τη μαγεμένη χώρα
κανείς δεν είχε μύτη·
είχαν μόνο κάτι πελώρια μάτια
που δεν σταματούσαν ποτέ να κοιτούν.

~

Πρόποση

Πέντε ποτήρια
κι ένα κρεμαστό ποδήλατο
που θυμίζει τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας
συνθέτουν ένα παρόν
που επιθυμώ να μείνει παρόν,
δηλαδή να γίνει μέλλον,
τόσο πολύ...


[Ημέρα 15η.]

Οικιακά

Σου είχα πει να καθαρίζεις πιο συχνά.

Τώρα παραπονιέσαι για τη σκόνη που βρήκες
κάτω απ’ το χαλί
και για τ’ άπλυτα μες στη ντουλάπα.

Όχι τίποτε άλλο,
αλλά είσαι κι αλλεργικός στη σκόνη,
και τα ρούχα που στέκονται ένα βουνό εκεί μέσα
σου πάνε πολύ.

~

Υποθέσεις

Νομίζω πως βρήκα ποιο είναι το πρόβλημα·
κανείς απ’ τους δυο μας δεν θέλει να μεγαλώσει.

Εγώ θέλω να ξεφορτώσω πάνω σου
όλο το φορτίο των αποφάσεων,
και προπαντός αυτό της ολόφωτης ευτυχίας
και της αιτίας της –
να σου χαρίσω δηλαδή
το κατά τ’ άλλα πολύτιμο δώρο του εαυτού μου –
κι εσύ δεν είσαι κορόιδο να θέλεις,

ένας εαυτός που φλερτάρει με την καταστροφή
[ένας επικείμενος θάνατος,
μια μεγάλη ερώτηση,
ένα τσουβάλι ανασφάλειες]
σου φτάνει και σου περισσεύει.

Αντ’ αυτού θέλεις να κλωτσάς άδεια κουτάκια κοκακόλας αμέριμνος
και να περιμένεις πράγματα που δεν υπάρχουν –
αυτό έκανες και πριν άλλωστε,
απλώς είχες βιαστεί να ορίσεις το ανύπαρκτο,
κι εκείνο βιάστηκε να σε διαψεύσει υπάρχοντας.

Κι εγώ;
Εγώ άκουσα τόσα «μη» ως παιδί
που η ξεγνοιασιά μου δεν έχει να κάνει διόλου με κουτάκια κοκακόλας –
έχει να κάνει μόνο με την απαγόρευση του να τα κλωτσάω.

~

[Το τρίτο πενθήμερο του Do.Pο.Wri.Mo. Έμειναν άλλα τρία, θα ανεβάζω ένα κάθε Κυριακή.]